Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Το Μουσείο Γκούγκενχαϊμ


Όταν έγιναν γνωστά τα σχέδια του νέου μουσείου που επρόκειτο να κατασκευαστεί στο Bilbao (Μπιλμπάο) της Ισπανίας, οι Βάσκοι βγήκαν στους δρόμους να εναντιωθούν και να καταγγείλουν τον «αμερικάνικο» ιμπεριαλισμό. Η μορφή της πόλης στην οποία είχαν ζήσει και με την οποία είχαν δημιουργήσει την τοπική τους ταυτότητα περιλάμβανε μία λαβυρινθώδη πόλη της ύστερης μεσαιωνικής περιόδου, όπως και το εντυπωσιακό θέατρο Arriaga (Αριάγκα) σε νέο-μπαρόκ ρυθμό. Το νέο κτίριο φάνταζε μεταλλικό, ψυχρό και σαν ακανόνιστο διαστημόπλοιο. Δεκάξι χρόνια αργότερα το μουσείο Guggen­heim (Γκούγκενχαϊμ) είναι διάσημο και προσελκύει περισσότερους επισκέπτες εξαιτίας της αρχιτεκτονικής του μορφής και λιγότερο για το περιεχόμενο της συλλογής του.
Η εναντίωση των κατοίκων της πόλης αφορούσε ταυτόχρονα, και ίσως σε σημαντικότερο βαθμό, το φόβο της απώλειας περισσότερων θέσεων εργασίας στη βιομηχανία, βασικό οικονομικό τομέα της πόλης μέχρι τότε, λόγω των σχεδίων της πολιτείας να δώσει έμφαση και άρα οικονομικούς πόρους στον νέο αυτό εγχείρημα. Το Bilbao ήταν μία πόλη που στηριζόταν στη βαριά βιομηχανία της (χαλυβουργία και ναυπηγική), είχε πολλή μόλυνση και από τη δεκαετία του ’80, λόγω της παγκόσμιας κρίσης στον τομέα αυτό είχε οδηγηθεί σε μαρασμό. Μετά από εξουθενωτικές κρατικές επιχορηγήσεις ώστε να κρατηθεί ζωντανή, συντελέστηκε το «θαύμα». Η απόφαση, αποτέλεσμα μιας τριμερούς συνεργασίας, δηλαδή ενός μεγάλου πολιτιστικού ιδρύματος, της πολιτικής βούλησης κι ενός αρχιτέκτονα, οδήγησε στο να γίνει μία προσέγγιση του Μουσείου Guggen­heim στη Νέα Υόρκη που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, και να ζητήσουν να κάνουν παράρτημα στην πόλη τους που ήδη είχε μουσεία με συλλογές ανεκτίμητης αξίας. Σκοπός ήταν η δημιουργία του Μουσείου Guggen­heim να  συμπεριλάβει την πόλη ανάμεσα σε άλλους πολιτιστικούς προορισμούς.
Ο καναδο-αμερικανός αρχιτέκτονας Frank Gehry (Φρανκ Γκέρι) εμπνεύστηκε ένα μουσείο φιλόδοξο, σαν μνημειακό γλυπτό, με όψη χαοτική και αφηρημένη. Ένα κτίριο με κίνηση και σε κίνηση χαρακτηριστικό σήμερα δείγμα του αρχιτεκτονικού ρεύματος της «αποδόμησης» (deconstruction). Κατασκευασμένο με βασικό υλικό το τιτάνιο και την πέτρα από τα τοπικά λατομεία, το δημιούργημα του διάσημου αρχιτέκτονα χτίστηκε στην παλιά βιομηχανική ζώνη του Bilbao για να στεγάσει έργα μοντέρνας τέχνης του ιδρύματος Solomon Guggen­heim.
Ο όρος της αποδόμησης, που αντιστέκεται από μόνος του στην ιδέα οποιασδήποτε προσπάθειας απόδοσης κάποιου επίσημου ορισμού, αναπτύχθηκε από τον Γάλλο φιλόσοφο Jacque Derrida στα μέσα του 20ου αιώνα, και αφορά διαφορετικές «προσεγγίσεις» και «αναγνώσεις» του κειμένου. Η αποδόμηση περισσότερο επικεντρώνεται  στην ασάφεια και στην αντίφαση του νοήματος, ενώ φιλοδοξεί να αποκαλύψει τα πολλαπλά επίπεδα νοήματος στη γλώσσα.
Το ρεύμα της αποδόμησης στην αρχιτεκτονική είναι ουσιαστικά μία εξέλιξη του μεταμοντερνισμού που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ‘80. Κοινό σημείο αναφοράς των κτιρίων είναι ο κατακερματισμός, η αλλοίωση των επιφανειών, η ιδέα της διάσπασης, η μη γραμμική πορεία σχεδιασμού καθώς και η μη- ευκλείδεια γεωμετρία. Το τελικό οπτικό αποτέλεσμα των κτιρίων χαρακτηρίζεται από το στοιχείο του απρόβλεπτου και του ελεγχόμενου χάους.
Ευτυχώς οι αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας αυτή τη φορά διαψεύστηκαν και το μουσείο να συνεισέφερε αποτελεσματικά στα οικονομικά όχι μόνο της πόλης αλλά και της χώρας (των Βάσκων). Το 2010, χρονιά παγκόσμιας ύφεσης, το Guggen­heim προσείλκυσε περίπου 1 εκατ. επισκέπτες, 6% περισσότερους από το 2009. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, ο τζίρος γύρω από το πολιτιστικό αυτό κέντρο ανέρχεται σε 193.228.895 ευρώ και συμβάλλει στην τοπική οικονομία, μόνο σε φόρους, 26.315.843 ευρώ. Κατά το 67% είναι πλέον αυτοχρηματοδοτούμενο. Σε περίοδο δε που η ανεργία καλπάζει, συντηρεί 3.853 θέσεις εργασίας (στοιχεία του έτους 2010).
Τελικά η επίδραση του Μουσείου στην πόλη αποδείχθηκε μοναδική. Την έχει κάνει γνωστή σε όλο τον κόσμο, έχει φέρει εκατομμύρια επισκέπτες και όλοι μιλούν για το θαύμα του Bilbao. Οι κάτοικοι ένιωσαν υπερήφανοι για τον τόπο τους και ανταπέδωσαν αυτό το συναίσθημα, με δημιουργική διάθεση και αντίληψη συλλογικότητας. Πολλές πόλεις έχουν προσπαθήσει να το επαναλάβουν με λιγότερη επιτυχία, όπως το «μητρικό» Μουσείο στη Νέα Υόρκη και τα «παραρτήματά» του στο Βερολίνο και τη Βενετία, ενώ ένα ακόμα κατασκευάζεται στο Αμπού Ντάμπι.

Πηγές:

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Ούρνες Σταβκίρκε


   Έτσι ονομάζεται ο παλαιότερος ξύλινος ναός της Νορβηγίας. Βρίσκεται στην άκρη μιας μεγάλης πλαγιάς στο Σόγκνε, το οποίο έχει μήκος 200 χλμ και είναι το μεγαλύτερο φιόρδ στον κόσμο. 
  Κτίστηκε περίπου μεταξύ 1100 και 1150 μ.Χ. από πευκόξυλα. Σταβκίρκε στην κυριολεξία σημαίνει «ναός από σανίδες βαρελιών» και εκτιμάται ότι υπήρχαν τουλάχιστον 800 παρόμοιοι ναοί στη μεσαιωνική Νορβηγία, οι οποίοι έκτοτε καταστράφηκαν (από φυσικά ή μη αίτια) ή κατεδαφίστηκαν στη διάρκεια του 18ου αι. για να δώσουν τη θέση τους  σε πέτρινες κατασκευές. Η ονομασία προέρχεται από την τεχνική της κατασκευής των οδηγών των βαρελίσιων σανίδων. Οι πρώτοι ναοί αυτού του τύπου είχαν μικρή διάρκεια ζωής επειδή το ξύλο σάπιζε γρήγορα. Για να αποφευχθεί η φθορά, κατά το 12ο αιώνα άρχισε να κατασκευάζεται μία ξύλινη βάση που στερεώνονταν οι σανίδες, παρέχοντας έτσι μεγαλύτερη σταθερότητα στην κατασκευή. Ονομάστηκαν «καθεδρικοί των φτωχών» λόγω του υλικού κατασκευής και της απλότητας της εξωτερικής εμφάνισής τους. 
   Ο εν λόγω ναός βρίσκεται κτισμένος σε θέση προηγούμενου τόπου λατρείας, όπως συνηθίζεται στα περισσότερα μέρη του κόσμου όπου μία θρησκεία αντικαταστάθηκε σιγά σιγά από μία άλλη. Εδώ ο χριστιανικός ναός αντικατέστησε παλαιότερη λατρευτική θέση του Όντιν, του Θορ και των λοιπών παγανιστικών θεών των Βίκινγκ, σε μία μεταβατική περίοδο ανάμεσα στις δύο θρησκείες, με αποτέλεσμα το ανακάτεμά τους. Έτσι, μέσα στο ναό βλέπουμε τις ανάγλυφες μορφές του Χριστού, της Παρθένου και του Αγ. Ιωάννη, ενώ κάτω από το πάτωμα ανακαλύφθηκαν ειδωλολατρικές τευτονικές γραφές και στην εξώθυρα βλέπουμε εγχαράξεις που αναπαριστούν λέοντες και φίδια απορροφημένα στη μάχη, μπλεγμένα σε «χριστιανικούς» βλαστούς και κλήματα. Όποια θρησκεία και να διαλέξουμε πάντως, ο καλλιτέχνης μάλλον θα θέλει να δείξει το θρίαμβο του καλού πάνω στο κακό.


(Πηγή: Παγκόσμια κληρονομιά της Unesco, εκδόσεις Δομική, Αθήνα, 2007)