Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Lauren Slater – Το κουτί της ψυχής

Το 1964 στη Νέα Υόρκη η 28χρονη Κάθριν Τζενοβέζε σχόλασε απ’ τη δουλειά της σ’ ένα μπαρ και κατά τις 3 τα ξημερώματα έφθασε στο σπίτι της. Πάρκαρε το αμάξι της στο χώρο στάθμευσης κάτω από τη πολυκατοικία και κατευθύνθηκε προς την είσοδο. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε μία ανδρική παρουσία πίσω της κι ενστικτωδώς πήγε προς τον τηλεφωνικό θάλαμο της αστυνομίας που βρισκόταν στη γωνία. Η Κάθριν Τζενοβέζε δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει μέχρι το θάλαμο. Ο άνδρας, του οποίου η ταυτότητα αναγνωρίστηκε αργότερα και ήταν ο Γουίνστον Μόουζλι, τη μαχαίρωσε στην πλάτη κι ύστερα, όταν εκείνη γύρισε να τον αντικρύσει, στην κοιλιά. Εκείνη στρίγγλισε και φώναξε δυνατά για βοήθεια. Αμέσως τα φώτα τρεμόπαιξαν στην πυκνοκατοικημένη γειτονιά, αλλά κανείς δεν κατέβηκε να βοηθήσει. Μόνο κάποιος φώναξε «άσε ήσυχο το κορίτσι». Έτσι ο Μόουζλι το ‘σκασε και η Κάθριν μαχαιρωμένη σύρθηκε μέχρι την είσοδο ενός βιβλιοπωλείου. Τότε τα φώτα απ’ τα διαμερίσματα έσβησαν. Ο Μόουζλι, αφού αφουγκράστηκε την ησυχία, επέστρεψε για ν’ αποτελειώσει το έργο του. Βρήκε την Κάθριν και βάλθηκε α τη μαχαιρώνει ανοίγοντάς τη στα δύο στο λαιμό και στα γεννητικά όργανα. Εκείνη ούρλιαξε ξανά. Τα φώτα των διαμερισμάτων άναψαν ξανά. Όλοι όμως ήταν τόσο παρόντες όσο και απόντες. Ο Μόουζλι υποχώρησε κι εκείνη κατάφερε να συρθεί μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας της. Μετά από λίγα λεπτά ο Μόουζλι επέστρεψε και προσπάθησε να τη βιάσει, ενώ εκείνη είχε χάσει πλέον τις αισθήσεις της. Το έγκλημα συνέβη σε χρονικό διάστημα 35 λεπτών. Κανείς δεν κατέβηκε ποτέ να βοηθήσει, ενώ από τους συνολικά 38 αυτόπτες μάρτυρες (που αργότερα κλήθηκαν στη δίκη) κάποιος τηλεφώνησε στην αστυνομία 10 λεπτά αφού είχαν τελειώσει όλα και η Κάθριν ήταν πλέον νεκρή. Κατά τις 4 το πρωί ήρθε και τη μάζεψε το ασθενοφόρο κι εκείνοι που τα είχαν δει όλα πήγαν πάλι για ύπνο. 38 φυσιολογικοί, καθημερινοί άνδρες και γυναίκες άκουγαν τις κραυγές της Κάθριν και δεν έκαναν απολύτως τίποτα για να βοηθήσουν ή έστω να σημάνουν συναγερμό.
                Η είδηση βγήκε στη εφημερίδες. Ο Τζόν Ντάρλεϊ από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και ο Μπιμπ Λατανέ από το Πανεπιστήμιο της Κολούμπια αναρωτήθηκαν για την παραπάνω αντίδραση. Ήταν λόγω απάθειας ή να επέδρασαν άραγε άλλες ψυχολογικές δυνάμεις; Ίσως να σκέφτηκαν και άλλα περιστατικά, πιο απλά και καθημερινά, όπως εκείνο όταν περπατάς στο δρόμο και κάποιος σκοντάφτει και πέφτει και κανείς δεν προσφέρεται να τον βοηθήσει, ενώ κι εσύ συνεχίζεις το δρόμο σου. Μ’ αυτές τις σκέψεις άρχισε η σύνθεση του πειράματος που δεν θα περιγράψουμε για να μην κουράσουμε, αφού θέλουμε να εστιάσουμε στο αποτέλεσμα. Στο αρχικό πείραμα συμμετείχαν ανυποψίαστοι φοιτητές, 59 γυναίκες και 13 άνδρες και αφορούσε στην αναπαράσταση μίας κρίσης επιληψίας. Το ανυποψίαστο υποκείμενο δε μπορούσε να δει αυτόν που πάθαινε την υποτιθέμενη κρίση γιατί βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο (η επικοινωνία γινόταν με μικρόφωνα), ούτε μπορούσε να δει τις αντιδράσεις των υπολοίπων (ανύπαρκτων) ακροατών. Η επίπλαστη επιληπτική κρίση διήρκεσε 6 λεπτά. Οι φοιτητές είχαν την ευκαιρία πρώτα να σκεφτούν κι έπειτα να πράξουν. Τελικά μόλις το 31% ενήργησε. Το αποτέλεσμα άλλαξε δραματικά όταν τροποποιήθηκε το μέγεθος των «ομάδων». Όταν το υποκείμενο πίστευε ότι βρισκόταν σε μία ομάδα 4 ή και περισσοτέρων ατόμων, ήταν σχεδόν απίθανο να ζητήσει βοήθεια για λογαριασμό του θύματος (πιθανά επικρατούσε στο μυαλό του αναποφασιστικότητα και σύγκρουση). Το 85% όμως των υποκειμένων που πίστευαν ότι αποτελούσαν μέρος μιας δυάδας μαζί με το θύμα, αναζήτησε βοήθεια και μάλιστα στα 3 πρώτα λεπτά της κρίσης, χρόνος που θεωρήθηκε κρίσιμος για καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης (δηλαδή αν δεν ενεργήσουμε μέσα στα 3 πρώτα λεπτά, το πιθανότερο είναι να μην ενεργήσουμε καθόλου). Επειδή τα ποσοστά αντίδρασης συνδέονταν με το μέγεθος της ομάδας, οι Ντάρλεϊ και Λατανέ ονόμασαν το φαινόμενο «διάχυση της ευθύνης». Ότι δηλαδή όσο περισσότερα άτομα παρίστανται ως μάρτυρες σε κάποιο γεγονός, τόσο λιγότερο υπεύθυνο αισθάνεται το κάθε μεμονωμένο άτομο. Οι Ντάρλεϊ και Λατανέ θέλησαν να ψάξουν τι συμβαίνει όταν αυτός ο «άλλος» που χρειάζεται τη βοήθεια είμαστε εμείς. Θα ενεργήσουμε τουλάχιστον για λογαριασμό της δικής μας σωματικής ακεραιότητας; (η εμπειρία από την κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικήκατάσταση στην Ελλάδα, αλλά και τον κόσμο δείχνει όχι). Έτσι πραγματοποίησαν ένα δεύτερο πείραμα (που δεν θ’ αναλύσουμε εδώ για τους ίδιους λόγους), το οποίο έδειξε ότι όταν η ομάδα είναι μεγάλη και κινδυνεύει και κανείς δεν κάνει τίποτα, δεν θα αντιδράσουμε κι εμείς. Όταν όμως είμαστε μόνοι και κινδυνεύουμε, θ’ αντιδράσουμε οπωσδήποτε. Προτιμάμε να θέσουμε τη ζωή μας σε κίνδυνο, παρά να ενεργήσουμε αντίθετα μ’ αυτό που κάνουν όλοι. Δίνουμε, ίσως, μεγαλύτερη αξία στα κοινωνικά πρότυπα απ’ ότι στην επιβίωσή μας, αμφιταλαντευόμενοι μ’ αυτό που θεωρούμε σαν πιθανό κίνδυνο. Έτσι, οι Ντάρλεϊ και Λατανέ επισημαίνουν ότι οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης δεν είναι γεγονότα αλλά συνειδητές ερμηνείες.
                Οι Ντάρλεϊ και Λατανέ κωδικοποίησαν με τη μορφή των 5 σταδίων τη συμπεριφορά παροχής βοήθειας:
1.       Εσύ, ο πιθανός αρωγός, πρέπει να παρατηρήσεις ότι συμβαίνει ένα γεγονός
2.       Πρέπει να ερμηνεύσεις αν το γεγονός απαιτεί τη βοήθειά σου
3.       Πρέπει να αναλάβεις προσωπική ευθύνη
4.       Πρέπει ν’ αποφασίσεις πως θα δράσεις
5.       Και τότε, πρέπει να δράσεις
Ο Άρθουρ Μπίμαν, κοινωνικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Μοντάνα συνεργάστηκε με συγγραφείς και παρουσίασε το 1979 σε άρθρο τους το εξής (σε ρεζουμέ) κατ’ εμέ αυτονόητο. Αν μία ομάδα ανθρώπων επιμορφωθεί σχετικά με την ιδέα του κοινωνικού ερεθίσματος, την άγνοια του πλήθους και το φαινόμενο του παρατηρητή, είναι κατά κάποιον τρόπο, σαν να εμβολιάζεται για το μέλλον έναντι των συμπεριφορών αυτών.
Χάρηκα που είχα την ευκαιρία να διαβάσω αυτό το βιβλίο της Αμερικανίδας ψυχολόγου, δημοσιογράφου, συγγραφέως και διδάκτορος ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου της Βοστώνης, που περιγράφει τα 10 σπουδαιότερα ψυχολογικά πειράματα του 20ου αιώνα. Σίγουρα τα «δημοφιλή» πειράματα του Σκίνερ (με την εξαρτημένη μάθηση), του Μίλγκραμ (με την υπακοή στην εξουσία) και του Έγκαζ-Μονίζ (με τη λοβοτομή) προκαλούν έντονα συναισθήματα, αλλά το πείραμα των Ντάρλεϊ και Λατανέ σχετικά με τη συμπεριφορά των αυτοπτών μαρτύρων  μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και μου’ χει μείνει. Το βιβλίο το βρήκα διαβάζοντας μία ανάρτηση του μπλόγκερ Γελωτοποιού που αναφερόταν σ’ αυτό, το βρήκα ενδιαφέρον κι έσπευσα (πριν το ξεχάσω) να το αγοράσω… Ένα βιβλίο εκλαϊκευμένης επιστήμης που κατά τη γνώμη μου απευθύνεται σ’ ένα περισσότερο εξοικειωμένο αναγνώστη, χρησιμοποιώντας εύληπτο λόγο που δε στερείται επιστημονικής εγκυρότητας.

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Η άνοδος



Οι Muse (δηλαδή η μούσα) είναι ένα βρετανικό ροκ συγκρότημα που σχηματίστηκε το 1994. Έχοντας τον χαρακτηριστικό (πλέον) ήχο των ποπ-ροκ-ηλεκτρονικών βρετανικών συγκροτημάτων έγραψαν (για την ακρίβεια ο τραγουδιστής-κιθαρίστας του συγκροτήματος) σ’ αυτό το μοτίβο το τραγούδι Uprising (δηλαδή άνοδος) που κυκλοφόρησε το 2009. Νομίζω ότι η μετάφραση των στίχων τα λέει όλα και κάθε σχόλιο περιττεύει…

Η παράνοια ευδοκιμεί
Οι εκπομπές PR θα ξαναξεκινήσουν
Θα προσπαθήσουν να σπρώξουν ναρκωτικά για να μας αποβλακώσουν,
ελπίζοντας ότι δεν θα δούμε την αλήθεια
(έλα λοιπόν)
Άλλη μία υπόσχεση, άλλη μία σκηνή,
Άλλο ένα πακεταρισμένο ψέμα για να μας κρατήσει αιχμάλωτους της απληστίας,
και όλες οι πράσινες ζώνες δεμένες γύρω από τα μυαλά μας,
κι ατέλειωτη κόκκινη ταινία για να κρατήσει περιορισμένη την αλήθεια
(έλα λοιπόν)

Δεν θα μας εξαναγκάσουν
Θα σταματήσουν να μας μειώνουν
Δεν θα μας ελέγξουν
Θα νικήσουμε
(έλα λοιπόν)

Εναλλασσόμενος έλεγχος του νου,
ας επιτρέψουμε την επανάσταση με τα θύματα που θα φέρει,
αν μπορούσες να πατήσεις το διακόπτη και ν’ ανοίξεις το τρίτο σου μάτι,
θα έβλεπες ότι
δεν θα έπρεπε ποτέ  να φοβόμαστε να πεθάνουμε
(έλα λοιπόν)

Ας σηκωθούμε κι ας ανακτήσουμε την εξουσία,
ήρθε η ώρα οι «παχιές αγελάδες» να πάθουν έμφραγμα,
το ξέρεις ότι έρχεται το τέλος τους,
πρέπει να ενωθούμε και να δούμε τη σημαία μας ν’ ανεβαίνει.

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Εγώ ελπίζω να τη βολέψω...

"Ο Ναπολιτάνος Μαρτσέλο Ντ' Όρτα, δημοσιεύοντας τις πιο διασκεδαστικές εκθέσεις των μαθητών του, που τις συγκέντρωσε στη διάρκεια της δωδεκαετούς θητείας του στο Δημοτικό Σχολείο του Αρζάνο, έγινε ο διασημότερος δάσκαλος της Ιταλίας. Το "Εγώ ελπίζω να τη βολέψω", κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 1990, έχει φτάσει τις τριάντα εκδόσεις και έχει πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα: ένα απόλυτο ρεκόρ. Απ' αυτό το βιβλίο έλκουν την υπόθεση τους μια κινηματογραφική ταινία και μια θεατρική παράσταση, ενώ τα δικαιώματα της μετάφρασης έχουν πουληθεί σε έξι χώρες, ανάμεσα στις οποίες η Ουγγαρία και η Ρωσία. Ο Ντ' Όρτα ζευγάρωσε τις επιτυχίες του με μια δεύτερη συλλογή εκθέσεων. "Ο Θεός μας έπλασε τζάμπα"(1992) με θέμα τη θρησκεία."

από το tvxs 

ΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΟΛΛΕΣ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΠΡΟΤΙΜΑΤΕ;
Εγώ προτιμάω το τέλος του κόσμου, γιατί δε φοβάμαι, επειδή θα είμαι πεθαμένος από ένα αιώνα κιόλας.
Ο Θεός θα ξεχωρίσει τις κατσίκες από τους βοσκούς, ένας δεξιά και ένας αριστερά, στη μέση αυτοί που θα πάνε στο Καθαρτήριο.
Θα είναι πάνω από χίλια δισεκατομμύρια, περισσότεροι και από τους Κινέζους, ανάμεσα σε κατσίκες, βοσκούς και αγελάδες. Αλλά ο Θεός θα έχει τρεις πόρτες. Μια πάρα πολύ μεγάλη (που είναι η Κόλαση), μια μεσαία (που είναι το Καθαρτήριο) και μια πάρα πολύ στενή (που είναι ο Παράδεισος). Μετά ο Θεός θα πει: - Βγάλτε το σκασμό όλοι! και μετά θα τους χωρίσει. Ένας απο δω και τον άλλο από κει. Μερικοί που θέλουνε να κάνουνε τους πονηρούς θέλουνε να πάνε από δω, αλλά ο Θεός τους βλέπει. Οι κατσίκες θα πούνε ότι δεν έχουνε κάνει τίποτα, αλλά λένε ψέματα. Ο κόσμος θα σκάσει, τα άστρα θα σκάσουν, το Αρζάνο θα γίνει χίλια κομματάκια. Ο δήμαρχος του Αρζάνο και ο δημοτικός σύμβουλος θα πάνε ανάμεσα στις κατσίκες. Θα υπάρχει μεγάλο μπέρδεμα, ο ’ρης θα σκάσει, οι ψυχές θα πάνε και θα γυρίσουνε από τη γη για να πάρουνε τα κορμιά, ο δήμαρχος του Αρζάνο και ο δημοτικός σύμβουλος θα πάνε ανάμεσα στις κατσίκες. Οι καλοί θα γελάνε και οι κακοί θα κλαίνε, εκείνοι από το Καθαρτήριο λίγο θα γελάνε και λίγο θα κλαίνε. Τα αβάφτιστα μωρά θα γίνουν πεταλούδες.
Εγώ ελπίζω να τη βολέψω.

ΓΡΑΨΕ ΓΙΑ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΒΑΦΤΙΣΗΣ
Σήμερα όλοι οι γονείς πιστεύουνε ότι για να σώσεις ένα μωρό και για να το κάνεις να πάει στον Παράδεισο, φτάνει να το βαφτίσουνε.
Αλλά για μένα, αν μπορώ να το πω, η Βάφτιση δε χρησιμεύει σε τίποτα, χρησιμεύει μόνο για να δώσεις όνομα σ' ένα μωρό.
Για παράδειγμα ο Χίτλερ, μήπως επειδή τον βαφτίσανε θα πάει στον Παράδεισο; Αυτός, ακόμα και αν πέθαινε στην κοιλιά της μαμάς, θα πήγαινε στον Κόλαση, γιατί ο Θεός που βλέπει στο μέλλον, το ήξερε όλο το κακό που θα έκανε.
'Η ο ληστής στο σταυρό, αυτόν ο Χριστός τον έστειλε στον Παράδεισο και δεν ήταν βαφτισμένος.
Εγώ όμως τα παιδιά μου θα τα βαφτίσω, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται.

ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΤΕ ΟΤΙ ΓΡΑΦΕΤΕ ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ Σ' ΑΥΤΟΝ/ΗΝ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΤΕ
Αγαπητή Μαρίνα, εγώ ξέρω το όνομα σου, γιατί το άκουσα από μια φίλη σου που έχει μείνει. Είναι η Λουτσία Σαβαστάνο, αυτή που πέρσι πήγαινε στην ίδια τάξη μ' εμένα. Μετά απ' αυτό, δεν ξέρω τίποτα άλλο για σένα. Εκτός ότι μένεις στην οδό Σερτζέντε Ματζόρε, ότι ο πατέρας σου έχει γωνιακό μαγαζί που πουλάει παπούτσια και ότι την Κυριακή πηγαίνεις στην ενορία του Αγίου Φερντινάντο.
Εγώ, από την πρώτη μέρα του σχολείου είμαι ερωτευμένος μαζί σου, για κείνα τα βαθιά γαλάζια μάτια σου κι εκείνη τη μακριά πισινή αλογοουρά σου. Αγαπητή Μαριάννα, εσύ είσαι ο έρωτας μου και σε πήρα από πίσω πολλές φορές μέχρι το μαγαζί σας, αλλά δεν είχα το θάρρος να σε σταματήσω, σταμάταγα πάντα ένα δυο μέτρα πριν. Αλλά κι αν κατάφερνα να σε σταματήσω, τι θα σου έλεγα; Από την ντροπή σίγουρα θα μου ερχόταν συγκοπή. Κι όμως, εγώ, θα ήθελες να ήξερες για τον έρωτα μου και να με αγαπούσες κι εσύ. Αν αραβωνιαζόμασταν, σου υπόσχομαι ότι θα σ' αγαπώ πάντα και ότι θα σου έκανα πολλά δώρα, και μετά βλέπεις αν δεν κρατήσω το λόγο μου. Το σημαντικό είναι να μην αλλάξεις σπίτι και να 'χεις λίγη υπομονή μαζί μου.
Αν μου περάσει η ντροπή, το πρώτο πράγμα που θα κάνω, είναι να σε παντρευτώ.
Αυτό το γράμμα το έγραψα σ' εσένα για να αραβωνιαστούμε, αλλά αν δε γουστάρεις θα αλλάξω το όνομα και θα το στείλω στη Γκαμπριέλα.

Mike Dawes



O Gotye είναι ένας Βελγο-Αυστραλός ερμηνευτής που έγραψε αυτό το τραγούδι και το ερμήνευσε με την Νεοζηλανδή Kimbra. Το τραγούδι έγινε φοβερή επιτυχία το 2012 (μέχρι σήμερα έχει πουλήσει πάνω από 13 εκατομμύρια αντίγραφα) και μιλάει για ένα ζευγάρι που χώρισε και τώρα ο ένας είναι για τον άλλο απλά ένας γνωστός (somebody that I used to know). Το κομμάτι αυτό έχει διασκευαστεί πολλές φορές με μία από αυτές να είναι τόσο καλή που να ξεπερνά την αυθεντική εκτέλεση.

Ο Mike Dawes είναι ένας 23χρονος Βρετανός βιρτουόζος της κιθάρας που χρησιμοποιεί την τεχνική fingerstyle, δηλαδή χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα χτυπάει και τραβάει απότομα τις χορδές, τόσο στο ηχείο, όσο και στο «μπράτσο» και γενικά σε όλο το μήκος τους, καταφέρνοντας με αυτόν τον τρόπο να κρατάει μία βασική μελωδία (ή και περισσότερα τμήματά της) ενώ παράλληλα παίζει και το σόλο. Χρησιμοποιεί επίσης τον καρπό και άλλα τμήματα του χεριού να χτυπήσει την κιθάρα σε διάφορα σημεία της (και όχι μόνο στις χορδές) κρατώντας μιμούμενος το ρυθμό της «μπότας» και του ταμπούρου ενός κρουστού οργάνου. Δεν ξέρω αν τα περιέγραψα καλά, αλλά το βίντεο κάνει αρκετά κοντινά πλάνα, οπότε προσπαθήστε να παρατηρήσετε και ν’ ακολουθήσετε τα χέρια του σε όλη την επιφάνεια του μαγικού αυτού μουσικού οργάνου σε συνδυασμό με τους ήχους που ακούτε.

 

Τελευταίος χορός

Το τραγούδι που ακολουθεί έγραψε και ερμηνεύει η Indila, μία 30χρονη γαλλίδα με ινδική, αλγεριανή, καμποτζιανή και αιγυπτιακή καταγωγή και μιλάει για το ρατσισμό. Μια νεαρή μετανάστρια αντιμετωπίζει καθημερινά οδυνηρές καταστάσεις λόγω των διακρίσεων που γίνονται εξαιτίας της φυλετικής της καταγωγής. Ενώ τα σύννεφα (του ουρανού του Παρισιού και της ανθρώπινης προκατάληψης) πυκνώνουν, η διάδοση του ρατσισμού τελικά οδηγεί σε ακραία (καιρικά) κοινωνικά φαινόμενα που καταστρέφουν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Η Indila τραγουδάει πως νιώθει τον πόνο από τις προσβολές που δέχεται, η καρδιά της όμως είναι μεγάλη, είναι κι αυτή ένα παιδί τους κόσμου και θέλει μέσα στον άνεμο και τη βροχή να χορέψει τον τελευταίο χορό για να ξεχάσει τον πόνο και να σταματήσει να φοβάται.


Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

(Εμείς) Θα…


Ένα τραγούδι των Kerredine Soltani, Tryss, Louise Becue, Olivier Volovitch που ερμηνεύει η δημοφιλής Zaz. Άλλο ένα pop τραγούδι που αξίζει (ναι, δεν είναι όλα για πέταμα!) να το ακούσουμε για την ιδιαίτερη φωνή της Zaz, αλλά και τους στίχους που μιλούν για τους διαφορετικούς πολιτισμούς, για τις διαφορετικές «ανθρώπινες αποχρώσεις», για το πόσο εύκολο είναι να βρεθεί ο καθένας μας πραγματικά ή και μεταφορικά στα διάφορα μέρη του κόσμου (Θα πιούμε «τσάι στα παζάρια του Αμμάν», «θα σηκώσουμε το βλέμμα στην οροφή της Καπέλα Σιξτίνα», ή ακόμα «θα ξύσουμε (στους ουρανοξύστες) τον ουρανό του Κυότο»), και για το πόσοι πολλοί είμαστε εμείς οι διαφορετικοί και πόση δύναμη έχουμε («είστε ένας κόκκος άμμου και είμαστε η έρημος»).

Όλοι ίδιοι...



Ένα τραγούδι (γραμμένο από τον Stromae ή αναγραμματισμένο Maestro) «ύμνος» της μονίμως προδομένης γυναίκας που αναρωτιέται «μα που πήγαν όλοι οι άντρες» κατηγορώντας δεξιά κι αριστερά ότι όλοι είναι ίδιοι (άπιστοι, αναίσθητοι, ευθυνόφοβοι, καλομαθημένοι μαμάκηδες), μη μπορώντας να αντιμετωπίσει τη δική της παραπαίουσα συναισθηματική κατάσταση, ρίχνοντας πάντα το φταίξιμο σε κάποιον άλλο (εκτός από τον εαυτό της). Ένα κοινωνικό φαινόμενο της εποχής που αφορά και στα δύο φύλα («οι γυναίκες είναι όλες π*** και σε κοιτάνε μόνο στο πορτοφόλι, είναι ζηλιάρες, υστερικές, γκρινιάρες» κλπ) που εκφράζεται κατά την άποψή μου στο βιντεοκλίπ με τον πρωταγωνιστή να είναι μισός άνδρας μισή γυναίκα, θίγοντας παράλληλα κι ένα άλλο βιολογικό-κοινωνικό-ηθικό δίλημμα, της διπλής φύσης που μπορεί να αισθάνεται ότι έχει ο κάθε άνθρωπος. Στο κρεσέντο – ρεφρέν συνδιαλέγεται (χορεύοντας και) παλεύοντας (ξιφασκώντας) με το άλλο φύλο, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό, μέχρι που κάποια στιγμή συναντά το άλλο του μισό (που τόσο του μοιάζει –εκφραζόμενο στο βιντεοκλιπ φορώντας το ίδιο πανωφόρι) και καταλήγει μετά τον ερωτικό χορό, στην καθημερινότητα που φθείρει, στη μάχη και τελικά στον αναπόφευκτο (;) χωρισμό. Απαισιόδοξο, αλλά στατιστικά ακριβές.