Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Το εργόχειρο



Κάποτε τα εργόχειρα είχαν πολλαπλή σημασία και αξία. Για αρχή, είχαν πρακτική αξία γιατί ενώ χρειαζόταν οι άνθρωποι τραπεζομάντιλα για να τρώνε και κάλτσες για να μην κρυώνουν, δεν υπήρχαν πολυκαταστήματα, κι ακόμα όταν είχαν ξεκινήσει την εμφάνισή τους στις πόλεις τα έτοιμα ενδύματα, είδη προικός κλπ, το χρηματικό ποσό ήταν απαγορευτικό ιδίως για τους κατοίκους των χωριών. Αντίθετα, εκείνοι βρίσκονταν πολύ κοντά στην παραγωγή μαλλιού και βάμβακος κι έτσι ήταν οικονομικότερη η απόκτηση της πρώτης ύλης, την οποία χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν τα «χρειαζούμενα». Επίσης, η δημιουργία ενός εργόχειρου είχε αξία κοινωνικοποίησης. Έβγαιναν οι γυναίκες στη γειτονιά, έπλεκαν και συζητούσαν. Είχε ακόμα αξία «κοινωνικής καταξίωσης». Εκείνη που θα είχε τα περισσότερα και τα πιο όμορφα και δύσκολα στη δημιουργία εργόχειρα, ήταν η πιο άξια και οι υπόλοιπες γυναίκες έτρεφαν για εκείνη θαυμασμό (και ίσως μερικές και ζήλεια). Είχε αξία που με σημερινούς όρους θα το λέγαμε «εργοθεραπείας». Μια σταθερά επαναλαμβανόμενη κίνηση (όπως το μάσημα της τσίχλας, ή η πίεση μίας stress ball) λένε οι επιστήμονες (που ξέρουν!) ότι χαλαρώνει και ξεκουράζει το μυαλό. Είχε και μία αξία αγάπης (αν και τότε μάλλον υπερίσχυαν οι πρακτικοί λόγοι). Αφιέρωνες χρόνο για το σπίτι σου, τον εαυτό σου και  τ’ αγαπημένα σου πρόσωπα. Τι πολυτιμότερο δώρο από το να «ξοδέψεις» (ή πιο σωστά να διαθέσεις) προσωπικό χρόνο για να φτιάξεις κάτι για ένα αγαπημένο πρόσωπο. Οι δύο τελευταίες αξίες των εργόχειρων νομίζω υπάρχουν και σήμερα. Αυτές, σε συνδυασμό με τη χαρά του να χαρίσεις σε κάποιον κάτι κυριολεκτικά μοναδικό (που δε μπορεί να βρει σε κανένα μαγαζί ενώ πρακτικά κανείς δε μπορεί ν’ αντιγράψει ακριβώς τη μη εργοστασιακή βελονιά σου), νομίζω είναι αξίες ανεκτίμητες!

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Το κουτί της ψυχής και οι 7 αδερφοί

Με ενθουσιάζουν οι ακούσιες παραπομπές. Μπορείς ν' "ανακαλύψεις" κάτι εξαιρετικό ή και όχι. Μ' αρέσει να μαθαίνω από έναν "πραγματικό" φίλο για ένα τραγούδι που μόλις το ακούω χτυπάει η καρδιά μου στο ρυθμό του κι από έναν διαδικτυακό "φίλο" για ένα βιβλίο που καθώς το διαβάζω αισθάνομαι να μικραίνουν όλοι μου οι φόβοι. Εξάλλου τώρα γνωρίζω τα πέντε στάδια κι ας τα χάνω ακόμα!

Oi Va Voi - 7 Brothers
Lauren Slater - Το κουτί της ψυχής



Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Μία σπαραχτική ερμηνεία

Ωχρά Σπειροχαίτη



Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται αν καθόλου μας θυμούνται
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ’ έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ’ το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ’ ένα πάταγο αλλά μ’ ένα λυγμό


(από το ομώνυμο ποίημα του Thomas Elliot)

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Tool - Vicarious

   Ένα εξαιρετικό τραγούδι από ένα εξαιρετικό συγκρότημα, βραβευμένο με Grammy, πρωτοπόρο στο χώρο της μέταλ μουσικής, ένα από τα βασικότερα συγκροτήματα που διαμόρφωσαν το progressive metal των "ιντελέκτουαλ". Απαρτίζεται από μουσικούς με εξαιρετική τεχνική και ταλέντο, όπως ο ντράμερ τους Danny Carey, που κατατάσσεται στους 10 καλύτερους ντράμερ όλων των εποχών από το περιοδικό Rolling Stone.
   Το Vicarious ή "(ζώντας) δι' αντιπροσώπου" μιλάει για την έξαψη που νιώθει ο μέσος άνθρωπος παρακολουθώντας τραγωδίες άλλων ανθρώπων στην τηλεόραση, ζώντας ο ίδιος μέσα από αυτές, τρεφόμενος κανιβαλίζοντας. 

"I need to watch things die
From a safe good distance"

Έχω ανάγκη να βλέπω το θάνατο, από μία ασφαλή απόσταση.

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Η ζωή του Πι και το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού

Σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι τη χθεσινή ταινία (πράγμα πολύ καλό, αν σκεφτείς ότι όλο και σπανιότερα γυρίζονται ταινίες που μας κάνουν να σκεφτόμαστε, πόσω μάλλον να σπαζοκεφαλιάζουμε. «Η ζωή του Πι» ήταν μία σπαζοκεφαλιά και μία εύκολη παγιδούλα. Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, ακριβώς έτσι είναι η πίστη και το ζήτημα της ύπαρξης του θεού. Μια σπαζοκεφαλιά για μερικούς και μία εύκολη παγίδα γι’ άλλους. Ήταν τόσο συγκινητική και μαγική η εκδοχή του ναυαγίου με την τίγρη της Βεγγάλης και τόσο ρεαλιστικά πεζή η εκδοχή του μάγειρα που η πρώτη απάντηση που θα ερχόταν στα χείλη των περισσοτέρων μετά την ερώτηση του Πι για το ποια ιστορία προτιμούμε, θα ήταν αυτή που έδωσε και ο ακροατής του. Η πρώτη απάντηση, η αυθόρμητη, αυτή που διατηρεί ακόμα την επήρεια της μαγικής χρυσόσκονης. Πώς όμως αυτή η ιστορία θα μας κάνει να πιστέψουμε ότι υπάρχει θεός (όπως ισχυρίζεται στην αρχή της ταινίας ο Πι); Το ότι διαλέγουμε το παραμύθι σημαίνει/αποδεικνύει ότι υπάρχει θεός; Το άλμα που επιχειρεί να κάνει ο Πι θεωρώ ότι είναι άτοπο. Για να το σκεφτούμε λίγο καλύτερα. Ένα αντεπιχείρημα με τη βοήθεια του σοφού Αισώπου θα είχε ως εξής. Έχουμε έναν έξυπνο άνθρωπο, που χειρίζεται δυνατά το λόγο. Θέλει, λοιπόν, να μας δώσει ένα παράδειγμα για το πώς η αλαζονεία μπορεί ν’ αποβεί καταστροφική, ή για το πώς εάν έχουμε υπομονή μπορούμε να πετύχουμε τους στόχους μας ή για το πώς εάν θεωρούμε κάποια πράγματα δεδομένα, μπορεί να διαψευσθούμε ή αν είναι φοβερός ρήτορας, μπορεί να μας δώσει ένα παράδειγμα που να περιλαμβάνει όλες τις παραπάνω απόψεις κι ακόμα περισσότερες. Αντί, λοιπόν, να μας πει ευθέως τι θέλει (π.χ. έχε υπομονή και θα αμειφθείς) μας λέει έναν μύθο. Το μύθο του λαγού και της χελώνας. «Προφανώς» και πρόκειται για παραμύθι, αφού στην πραγματικότητα τα ζώα δε μιλάνε με «ανθρώπινη λαλιά», ούτε, βέβαια, ποτέ θα διοργάνωναν έναν αγώνα δρόμου. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι εάν όντως ο λαγός έκανε αγώνα δρόμου με τη χελώνα κι αν πρέπει να δεχθούμε αυτήν την εκδοχή σαν αληθινή, αλλά το νόημα, το δίδαγμα της ιστορίας. Τι σημασία έχει εάν υπήρχε η τίγρης ή όχι στη βάρκα; Τι σημασία έχει εάν έκαναν όντως αγώνα δρόμου ο λαγός και η χελώνα; Τι σημασία έχει εάν υπάρχει θεός και πως σχετίζεται αυτό με το ποια εκδοχή θα επιλέξουμε να πιστέψουμε; Σημασία έχει η ουσία της ιστορίας, το νόημα, το δίδαγμα. Σημασία έχει ότι ο Πι βίωσε κάποια εμπειρία που γέννησε συναισθήματα που του έδωσαν πνευματική δύναμη, η οποία του έδωσε τη σωματική ικανότητα, το κουράγιο, να προχωρήσει, να γαντζωθεί από τη ζωή και να συνεχίσει μέχρι να φτάσει σε κάποια στεριά και να σωθεί. Να σωθεί πραγματικά από το ναυάγιο και πνευματικά από την «άσκοπη» περιφορά της ύπαρξής μας στον πλανήτη γη με τη βοήθεια της τίγρης, της πίστης. Σημασία έχει η υπομονή, η επιμονή κι όλα τ’ άλλα που διδάσκουν τόσο η ιστορία του Πι, όσο και η ιστορία του Αισώπου. Σημασία έχουν όλα τα νοήματα όλων των παραμυθιών που διδάσκουν οι θρησκείες (που πολλές φορές είναι κοινά) κι αν έχουμε τη διάθεση να τα εφαρμόσουμε στη ζωή μας. Είναι, δηλαδή, ανάγκη να πιστέψουμε στην πραγματική ύπαρξη της τίγρης, του λαγού ή του θεού; Νομίζω ότι αυτό είναι τουλάχιστον αδιάφορο. Σημασία έχει να πιστέψουμε στον εαυτό μας και σ’ όλες τις αρετές (εντάξει, είναι παλιομοδίτικη η λέξη, αλλά δε μου ‘ρχεται άλλη) που θα θέλαμε να έχουμε. Εμείς και οι άλλοι.


Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται…

Με αφορμή την ταινία Vicky Christina Barcelona...
Ο Γούντι Άλλεν σ’ όλες (ή στις περισσότερες) τις παλιότερες ταινίες του (που μ’ αρέσουν πολύ) παρουσίαζε τις πιο απίθανες σχέσεις που θα ικανοποιούσαν και την πιο μειονεκτική κατηγορία εραστών. Έτσι, όταν ήταν νεότερος, ως μικροσκοπικός και ασχημούτσικος άνδρας, «έβγαζε» γκόμενες τις ωραιότερες γυναίκες (με τις οποίες ήταν και ψιλοχαλαρός, ενώ εκείνες έκοβαν φλέβα)! Ήταν τόσο αστεία και παράδοξα τα ζευγάρια σε κάθε ταινία, που οπωσδήποτε είχα στο μυαλό μου το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό παρά το απωθημένο. Τώρα που έχει πάει οχτακοσίων ετών και δε μπορεί να πρωταγωνιστήσει, ξεφεύγει απ’ τον αυτοσαρκασμό (και δυστυχώς και το χιούμορ, ενώ θα μπορούσε να το «δώσει» έτσι) και πάει προς τη γελοία (κατά τη γνώμη μου προφανώς) φαντασίωση κάθε άντρα τον οποίο ερωτεύονται δύο και τρείς (και ίσως περισσότερες) γυναίκες, με τις οποίες καταλήγει να κάνει παρορμητικές, τρελές, ονειρικές, καλλιτεχνικές και γεμάτες ευαισθησία…παρτούζες!






Ταυτόχρονα εκπληρώνει και απωθημένα σοβαρών (ή σοβαροφανών) γυναικών που πάνε με την (σέξυ – που όλοι τη γουστάρουν) κολλητή τους ταξίδι στη Βαρκελώνη (ή στο Παρίσι ή σε κάποιο άλλο «must» ευρωπαϊκό μέρος) και ζουν έναν φλογερό κι έξω απ’ τα αυστηρά καθορισμένα όριά τους έρωτα μ’ έναν απίστευτο γκόμενο (πάντα καλλιτέχνη ερωτύλο), ενώ παράλληλα τον «κλέβουν» απ’ την ξανθιά, χυμώδη και σεξουλιάρα φίλη τους…Ντάξει! Θεός!



Υ.Γ. Αυτό που δεν έχει προσέξει είναι πως με αυτόν τον τρόπο (στις καινούριες ταινίες), τελικά ικανοποιούνται 3-4 γυναίκες, ενώ μόνο ένας άντρας. Δηλαδή αγόρια, περισσεύετε!


Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

«όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες» ή η δυσκοιλιότητα δεν έχει πατρίδα


          Τι εννοεί ο ποιητής; Ίσως ο Καββαδίας να το εννοούσε κυριολεκτικά. Ότι θεωρητικά γύρισε όλο τον κόσμο, αλλά πρακτικά έβλεπε αυτό το μικρό μόνο τμήμα των πόλεων του κόσμου, το λιμάνι. Ίσως και να το εννοούσε μεταφορικά. Από την πλευρά της νοητικής και ψυχικής κατανόησης των τόπων και των ανθρώπων. Ίσως και κάτι άλλο που δεν το πιάνω.

       Μπαίνουμε στις Νυμφές και στρίβουμε δεξιά για το Ασκηταριό. Ανεβαίνουμε την απότομη τσιμεντένια ανηφόρα και συναντάμε δύο ανθρώπους γύρω στα τριάντα (έναν άντρα και μία γυναίκα) που τυχαίνει να είναι Γερμανοί, με τη γνωστή περιπατητική αμφίεση. Παπούτσια trekking, βερμούδα trekking, μπλούζα trekking, καπελάκι trekking. Πλησιάζουμε στο Ασκηταριό και σκέφτομαι ότι θα «μας τη σπάσουν». Ότι θα τους έχουμε μπάστακες και δεν θα μπορέσουμε ν’ απολαύσουμε την ομορφιά. «Ευτυχώς», σε πέντε λεπτά είχαν φύγει. Έριξαν μια ματιά στο λουτρουβιό, διάβασαν τα σχετικά σ’ ένα βιβλίο που κρατούσαν κι έφυγαν. Griechischen Corfioten Loutrouvichten check√! Ήρθαν από την άλλη άκρη του κόσμου, σ’ ένα χωριό που χρονολογείται από τα κλασικά ελληνιστικά χρόνια, σε μία τοποθεσία που υπάρχει ένα από τα μεγαλύτερα παλιά ελαιοτριβεία της Βόρειας Κέρκυρας, που σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση τόσο το κτίριο, όσο και τα μηχανήματα της εποχής κι έφυγαν μέσα σε πέντε λεπτά. Αν καθόντουσαν λίγο παραπάνω θα έβλεπαν ότι το ελαιοτριβείο είχε με μία πλευρά κοινή με το διπλανό 3όροφο κτίριο, που ενδεχομένως ήταν η κατοικία των μοναχών. Με τον κεκλιμένο εξωτερικό τοίχο στο ισόγειο (πλάτους πάνω από ένα μέτρο στη βάση του), χαρακτηριστικό των ψηλών κτιρίων σε κεκλιμένο έδαφος (και όχι μόνο), μηχανική – κατασκευαστική πρωτοπορία της εποχής της ενετοκρατίας (σε σύγκριση με τον προγενέστερο κατακόρυφο μεσαιωνικό τρόπο κατασκευής των τοίχων) για μεγαλύτερη στατική επάρκεια και άρα ασφάλεια. Αν έμπαιναν μέσα θα έβλεπαν τα «λιωμένα» από την πολλή χρήση πέτρινα σκαλιά, τα σκοροφαγωμένα λιγοστά έπιπλα που έχουν επιζήσει και δεν θα μπορούσαν να έχουν την ίδια χρήση σήμερα, όπως το «ειδικό» τραπεζάκι με την υποδοχή για την τοποθέτηση της λεκάνης που ένιβαν τα χέρια και τα πρόσωπα. Θα αγχωνόντουσαν, ίσως, με το μικροσκοπικό και νομίζω σπάνιο δωματιάκι – αποχωρητήριο μέσα στο κτίριο. Με μία υποτυπώδη ξύλινη «λεκάνη» (τρεις σανίδες σε σχήμα «π») και μία τρύπα στη μέση που χάνεται το φως όπως στα βαθιά πηγάδια μέσα στη γη. Αν έριχναν μια ματιά στην παρακείμενη εκκλησία (της ίδιας εποχής νομίζω), θα παρατηρούσαν τη βαριά ξύλινη σκαλισμένη πόρτα, κλειστή, με την τεράστια κλειδαριά που το κλειδί θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον 10 εκατοστά για να μπεί εκεί μέσα και τις φάλτσες καμπάνες εξαιτίας της διάβρωσης του μετάλλου τους. Αν έφθαναν λίγο παρακάτω, στα 15 μέτρα, θα τους ανατρίχιαζε η μικρή, λαξευμένη στο βράχο σπηλιά, όπου ένας (κάθε φορά) μοναχός προσευχόταν. Ακριβώς δίπλα θα έβλεπαν το μικρό αρδευτικό έργο που είχαν κατασκευάσει οι μοναχοί προφανώς για να ποτίζουν τα κηπευτικά ή/και τα ζώα τους. Τη μικρή υπόγεια στοά (ύψους περίπου 40 εκατοστών) που χανόταν μέσα στο βράχο, τη μικρή δεξαμενή και το κανάλι που οδηγούσε το νερό στο επιθυμητό σημείο. Τους αλπικούς τρίτωνες που απαντώνται και στην Κέρκυρα και πλατσούριζουν στα νερά προσπαθώντας να εξασφαλίσουν την τροφή τους. Αν έκαναν τον εξτρεμισμό και κατέβαιναν το μονοπάτι, στα 500-700 μέτρα θα συναντούσαν το ρέμα που δεν έχει στερέψει λόγω καλοκαιριού και τη μικρή, αλλά αρκετά βαθιά (γύρω στο ενάμιση μέτρο) λίμνη, που σχηματίζεται σ’ εκείνο το σημείο, κατακάθαρη, γεμάτη ψαράκια και καβούρια του γλυκού νερού. Θα καθόντουσαν εκεί όσο χρειαζόντουσαν για να ρεμβάσουν, ν’ αδειάσουν και να μην ξαναχρειαστούν διακοπές για πολύ καιρό ακόμα. Ας ελπίσουμε ότι τουλάχιστον τα διάβασαν στο βιβλίο.

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Dudeism

Ποιός κακεντρεχής λέει ότι είμαι άθεη;;;





Μπακάλικα!


Γκάλης Cooper!!!


Ο κλειστός κύκλος

«Ξαφνικά, η Κλερ ένιωσε πάνω της το βλέμμα του Νταγκ. Ήταν η πρώτη φορά που συναντιόνταν μετά από δεκαπέντε χρόνια. Της έπιασε και τα δύο χέρια, και στο βλέμμα του αντίκρισε την ίδια πείνα, την ίδια περιέργεια που θυμόταν στα μάτια του από πολύ παλιά: τότε που ήταν συμμαθητές κι είχαν γυρίσει σπίτι απ’ το σχολείο μαζί ένα απόγευμα, με το λεωφορείο 62. εκείνη τη στιγμή, ένιωσε λες και οι δεκαετίες διαλύθηκαν μπροστά της αυτοστιγμεί˙ αναστατώθηκε βαθιά μέσα της, αφού αυτή η στιγμή την έκανε να καταλάβει, γι’ άλλη μία φορά, τη σπουδαία αλήθεια που είχε συνειδητοποιήσει στη συναυλία του Μπέντζαμιν, τον περασμένο Δεκέμβριο: μερικά συναισθήματα δε σβήνουν ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες φιλίες και γάμοι και σχέσεις αν έρθουν ή φύγουν. Ήταν αλήθεια, συλλογίστηκε, ρίχνοντας μία κλεφτή ματιά στον Νταγκ˙ πάντα θα νιώθει έτσι για μένα˙ κι εγώ πάντα το ίδιο θα νιώθω για τον Μπέντζαμιν˙ κι ο Μπέντζαμιν πάντα το ίδιο θα νιώθει για τη Σίσλι. Είκοσι χρόνια πέρασαν, αλλά να που βαθιά μέσα μας τίποτα δεν άλλαξε. Τίποτα ποτέ δεν αλλάζει.»

Τζόναθαν Κόου
Ο Κλειστός Κύκλος

Και μετά είναι ν’ απορεί ο συγγραφέας που η πλειονότητα των αναγνωστών του είναι γυναίκες;;;

Πάντως, μ’ άρεσε πολύ το γράψιμό του, τόσο το μυθιστόρημα (με τους ερωτευμένους, αφοσιωμένους και μπερδεμένους ήρωες), όσο και το μπλέξιμο μέσα σ’ αυτό μερικών σημαντικών πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων της Βρετανίας των τελών της δεκαετίας του ’90 (και των αρχών του 2000), στην εποχή του Τόνυ Μπλερ, όπως η υπόθεση της ιδιωτικοποίησης των σιδηροδρόμων (και τα ατυχήματα), το πρόβλημα του ρατσισμού και των νεοναζί (παρά την πολυπολιτισμικότητα της χώρας), καθώς και την περίοδο της κοινοβουλευτικής ψηφοφορίας σχετικά με τη συμμετοχή της Βρετανίας στο πλευρό των Αμερικανών στον πόλεμο στο Ιρακ.


Να μην ξεχάσω και τα υπέροχα φυσικά τοπία που περιγράφει και κάποιες μικρές «μουσικές» πινελιές!

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Το χανζαπλάστ

Φθάνω στο σπίτι και πετυχαίνω στην είσοδο της πολυκατοικίας δύο γυμνασιοκόριτσα. Και χαιρετιόμαστε. Μ’ αρέσουν οι μικρές πόλεις που μπορείς να λες μία καλησπέρα σε κάποιον άγνωστο χωρίς να σε κοιτάει λες και είσαι τρελός. Δεν περνάνε 5-10 λεπτά, «ντριν» το κουδούνι. Κοιτάω απ’ το ματάκι γιατί δεν περιμένω κάποιον. Βλέπω τα κορίτσια και ανοίγω. Μου ζητάνε ευγενικά συγνώμη και ρωτάνε αν τυχόν έχω χανζαπλάστ. Έχει «χτυπήσει» τη μία το παπούτσι, την πονάει το πόδι και δεν έχουν χανζαπλάστ. Τους φέρνω και βάζω και σε λίγο βαμβάκι μπεταντίν για να βάλει στην πληγούλα. Το ταμπονάρει απαλά και με παιδική αφέλεια μου δίνει το βαμβάκι με το μπεταντίν και το αίμα, στο χέρι και βάζει το χανζαπλάστ. Τους δίνω κι άλλο ένα μήπως ξεκολλήσει το πρώτο, μ’ ευχαριστούν και φεύγουν. Κυκλοφορώ στο σπίτι όλο το απόγευμα μ’ ένα ηλίθιο χαμόγελο χαράς στα χείλη! Γιατί δεν παίζουν τα παιδιά στη γειτονιά συχνότερα; Γιατί δε μου χτυπάει η γειτόνισσα να ζητήσει αν λεμόνι;

Σχέδια...


Σκόρδα Κίνας

Πάω στο σούπερ μάρκετ και αγοράζω σκόρδα Κίνας. Τέλεια στην όψη, με δύο ευρώ. Είναι τα μοναδικά σκόρδα στο μανάβικο και απορώ. Γιατί δεν υπάρχουν ντόπια; Γιατί τέτοιο "μονοπώλιο", όπως τα λεμόνια Αργεντινής το κατακαλόκαιρο; Πως και φθάνουν μέχρι εδώ από τόσο μακριά; Είναι πολλά τα δύο ευρώ; Και ξενερώνω.
Έχω ξεμείνει από βιβλία και παραγγέλνω του Μο Γιάν, που πέρσι βραβεύτηκε με Νόμπελ λογοτεχνίας, τις μπαλάντες του σκόρδου. Στην πρώτη σελίδα απογοητεύομαι γιατί πρόκειται για μετάφραση της μετάφρασης. Δηλαδή μετάφραση στα πλουσιότερα ελληνικά από τα φτωχότερα αγγλικά, από τα πλουσιότερα (τουλάχιστον σε νοήματα, αν όχι και σε λεξιλόγιο) κινέζικα. Αλλά δεν εγκαταλείπω. Διαβάζω για τη ζωή των αγροτών που καλλιεργούν (σχεδόν αποκλειστικά) σκόρδα σε μία επαρχία της σύγχρονης Κίνας.

       «Οι καυλοί του σκόρδου είχαν πουληθεί όλοι, και βολβοί κρέμονταν σε πλεξούδες από τα γείσα. Ύστερα ήρθε η συγκομιδή του κεχριού, που τ' άπλωσαν να ξεραθεί προτού τ' αποθηκέψουν σε κάδους και βαρέλια. Τ' αλώνι μπροστά στο σπίτι της τέταρτης θείας είχε καθαριστεί πια, το σούρουπο, κι ευωδιαστές θημωνιές υψώνονταν σκοτεινές κάτω απ' το λαμπύρισμα των αστεριών. Τ' αεράκι του Ιούνη, που ερχόταν από τους αγρούς, έκανε τη φλόγα του φαναριού να χορεύει κι ας ήταν μες στο γυαλί, που απάνω του χτυπούσαν πράσινες νυχτοπεταλούδες με θόρυβο˙ τικ τικ τικ. Κανένας δεν το πρόσεχε αυτό, πέρα από τον Γκάο Μα.» [...]
«Είμαι ξαπλωμένος στο καλαμποκοχώραφο ατενίζοντας σύννεφα σμιλεμένα από τα κοφτερά φύλλα επάνω από το κεφάλι μου. Τα σύννεφα χάνονται κι ο ουρανός είναι καθαρός˙ η ράχη μου φουσκαλιάζει πάνω στη φρυγμένη από τον ήλιο γη. Λευκός οπός μαζεύεται σε στάλες και κρέμεται από χνουδάτες ίνες, διστάζοντας να πέσει στη γη, σαν τα δάκρυα στα ματόκλαδά της...το κεχρί κυματίζει, έπειτα ακινητεί όταν ο αγέρας παύει. Οι ώριμοι καυλοί σκύβουνε χαμηλά και δύο καρακάξες πετούν κρώζοντας στριγκά, η μία τσιμπώντας την ουρά της άλλης. Ένας περίεργος σπουργίτης τις ακολουθεί, ανακατώνοντας τη φωνή του με τις δικές τους. Μυρωδιά φρέσκου σκόρδου γεμίζει τον αέρα.
            Η Τζίντζου είναι μοναχή στον αγρό, κόβει σκυφτή το κεχρί, ρίχνοντας το ένα χερόβολο μετά τ’ άλλο ανάμεσα στα πόδια της, όπου θροΐζουνε βαριά, πέφτουνε καταγής και κουλουριάζονται σαν φουντωτή κίτρινη ουρά. Το δικό μου κεχρί είναι όλο δεματιασμένο και στοιβαγμένο. Στοίχοι ισχνού καλαμποκιού που πολεμούν να τους δει ο ήλιος γεμίζουν τα κενά ανάμεσα στις στοίβες˙ αποτέλεσμα ενδιάμεσης καλλιέργειας. Ωστόσο, το κεχρί κατασυντρίβει τους ισχνούς καυλούς του καλαμποκιού. Οχτώ στρέμματα δε φτάνουν για έναν εργένη σαν ελόγου μου. Την πρωτοπρόσεξα ήδη όταν απολύθηκα από το στρατό, πέρσι. Δεν είναι καμία καλλονή, αλλά ούτε εγώ είμαι κάνας ομορφονιός. Όχι ότι είναι άσχημη, αλλά ούτε εγώ είμαι άσχημος. Ήταν ψηλόλιγνο κι άχαρο κοριτσάκι όταν έφυγα, και τώρα είναι τόσο ώριμη και σφριγηλή. Μ’ αρέσουν οι σφριγηλές γυναίκες. Θα κουβαλήσω το κεχρί μου σπίτι σήμερα τα’ απόγευμα. Το ρολόι μου, Ντάιαμοντ, φτιαγμένο στη Σανγκάη, που κάθε μέρα είκοσι δευτερόλεπτα μπρος, λέει 11:03. Λίγες ημέρες νωρίτερα έβαλα την ώρα σύμφωνα με το ραδιόφωνο, έτσι στην πραγματικότητα είναι έντεκα ακριβώς. Μπορώ να πάω σπίτι με το πάσο μου.
            Ο Γκάο Μα αισθάνθηκε βαθύ οίκτο καθώς έστεκε κρατώντας το δρεπάνι και κρυφοκοίταζε την Τζίντζου, που δούλευε με την ίδια συγκέντρωση που ‘χανε οι καρακάξες καθώς κυνηγιόνταν από πάνω, με τον μοναχικό σπουργίτη από πίσω τους. Ο Γκάο Μα δεν ήξερε ότι κάποιος ήταν πίσω της. Είχε ένα μικρό κασετόφωνο στην τσέπη του κι άκουγε μουσική μ’ ακουστικά. Οι σχεδόν τελειωμένες μπαταρίες παραμόρφωναν τον ήχο. Αλλ’ ήταν καλή μουσική, κι αυτό μετρούσε. Μια κοπέλα είναι σαν ανθός. Η ράχη της Τζίντζου ήταν φαρδιά κι επίπεδη, και τα μαλλιά της υγρά. Κοντανάσαινε.
            Ο καλόκαρδος Γκάο Μα έβγαλε τα’ ακουστικά και τα στέριωσε στο λαιμό του, όπου η παραμορφωμένη μουσική ακουγόταν ακόμα. «Τζίντζου», είπε σιγανά. Ο λαιμός του τον φαγούριζε από τις δονήσεις  απ’ τη μουσική που ‘βγαινε από τα σπογγώδη ακουστικά. Σήκωσε το χέρι και τα ‘φτιαξε.
            Εκείνη ίσιωσε αργά το κορμί της, με το ιδρωμένο, σκονισμένο της πρόσωπο ανέκφραστο. Κρατούσε ένα δρεπάνι στο δεξί χέρι κι ένα δεμάτι κεχρί στο αριστερό. άφωνη κοίταξε κατάματα τον Γκάο Μα, που ‘χε σαγηνευτεί από την καμπύλη του στήθους της κάτω από τις τσέπες ενός κουρελιασμένου ξεθωριασμένου κυανού χιτωνίου. Την κοιτούσε βουβός. Η Τζίντζου έριξε το δρεπάνι της, χώρισε το κεχρί σε δύο δεμάτια και το απίθωσε καταγής. Ύστερα πήρε ένα κομμάτι κανναβόσχοιχο κι έδεσε τα δεμάτια.
«Τζίντζου, γιατί το κάνεις αυτό μονάχη;»
«Ο αδελφός μου πήγε στην αγορά», αποκρίθηκε σιγανά, σκουπίζοντας το πρόσωπό της με το μανίκι της και χτυπώντας με τη γροθιά της τη μέση της. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό από τον ιδρώτα. Βρεμένα μαλλιά ήταν κολλημένα στα μηλίγγια της.
«Έπαθες κράμπα στο πλευρό;»


Μο Γιαν, Οι μπαλάντες του σκόρδου

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Προεκλογικά...

Χθες είχε (προεκλογική) πολιτική ομιλία ο Τσίπρας. Πήγα κι εγώ, για να δω πόσο κόσμο θα μαζέψει και τι κλίμα θα δημιουργηθεί. Προσωπικά βρίσκομαι (σχεδόν άθελά μου) σε παντός τύπου πολιτικές ομιλίες - συγκεντρώσεις από μικρή ηλικία και τις έχω βαρεθεί, το οποίο , νομίζω, συμβαίνει σε πολύ κόσμο (άσχετα με τις δικές τους προσωπικές εμπειρίες). Τα έχουμε φάει στη μάπα, έχουμε μπουκώσει και μας έρχεται να ξεράσουμε. Κανείς δεν άκουγε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Παραβρίσκονταν εκεί κάπως διαδικαστικά και άκουγαν μάλλον υπομονετικά, έναν άνθρωπο που δεν εξέπεμπε καμία ενέργεια, δεν προκαλούσε κανέναν θαυμασμό και κανένα ρίγος σε καμιά τρίχα κανενός κορμιού. Ο σταθερός τόνος της φωνής σε συνδυασμό με την αγόρευση αποστηθισμένων κειμένων, κόντεψαν να με αποκοιμίσουν. Εντάξει, δεν περίμενα τον Τσε Γκεβάρα, αλλά ήλπιζα σε κάποιο "άστρο" που ίσως πνίγεται στα ραδιοτηλεοπτικά κύματα...

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Η απόφαση ή η θεωρία του "έφτασε ο κόμπος στο χτένι"

Μια απόφαση που όταν παρθεί θα αλλάξουν κάποια δεδομένα στη ζωή σου, θεωρητικά, είναι σημαντική. Σημαντικότερο είναι ίσως το χρονικό διάστημα και οι σκέψεις που το γεμίζουν μέχρι να την πάρεις. Σκέφτεσαι, για παράδειγμα, να μετακομίσεις. Το φιλοσοφείς από ‘δω, το ψειρίζεις από ‘κει, ενθουσιάζεσαι με τα θετικά. Σκέφτεσαι το νέο σπίτι. Θα το διαλέξεις καλύτερα αυτή τη φορά, να μην είναι ούτε πολύ μικρό, σαν εκείνη τη γκαρσονιέρα που νοίκιαζες κάποτε που δε μπορούσε να ‘ρθει ένας άνθρωπος για καφέ, ούτε πολύ μεγάλο, σαν εκείνο που είχες τρομάξει να το ζεστάνεις. Θα τσεκάρεις σίγουρα τα υδραυλικά, να μη θες ένα κάρο λεφτά με το που μπεις για βρύσες και θερμοσίφωνες, αλλά και τη ντουλάπα, να μπορείς ν’ αποθηκεύεις τα πράγματά σου όταν αλλάζουν οι εποχές. Φαντάζεσαι τον νέο χώρο, ότι θα τον φτιάξεις καλύτερο από τον τωρινό, ώστε να σε αντιπροσωπεύει περισσότερο. Ναι, θα έχεις λιγότερα πράγματα, αλλά θα τα ‘χεις διαλέξει ένα προς ένα. Αναρωτιέσαι πως θα είναι η νέα γειτονιά. Σίγουρα δεν θα ήθελες τον ιδιοκτήτη πάνω στο σβέρκο σου ή καμία απελπισμένη γιαγιά που θα κρέμεται από την καθημερινότητά σου και τη ζωή σου. Θα περάσεις από απανωτά σκανναρίσματα τον νέο ιδιοκτήτη. Θα ζυγίσεις πόσο θα σου πρήξει τα συκώτια ο ένας και πόσο ο άλλος και θα διαλέξεις αυτόν που θα σου τα πρήξει λιγότερο. Πάνω που είχες ενθουσιαστεί, μετράς όλες αυτές τις παραμέτρους. Και σου βγαίνουν πολλές και δύσκολο να ικανοποιηθούν όλες. Σου περνάει πάντα από το μυαλό ότι «καλά είμαι μωρέ…», έχω συνηθίσει, έχω τακτοποιηθεί στη γωνιά μου, που να τρέχω τώρα…Συνεχίζεις, τότε, να το ψειρίζεις, σκεπτόμενος τα θετικά του τωρινού σπιτιού και μπερδεύεσαι εντελώς. Αυτή η κατάσταση της αναποφασιστικότητας θα μπορούσε (θεωρητικά) να συνεχιστεί για πάντα. Ή θα μπορούσες να αναθέσεις τη λύση της στη μοίρα ή τύχη, όταν για παράδειγμα θα σε διώξει ο ιδιοκτήτης γιατί χρειάζεται το σπίτι για «ίδια χρήση». Εξαρτάται, λοιπόν, από το πόσο πολύ σε «τρώει» η μετακόμιση. Πόσο την έχεις ανάγκη. Και πόσο αντέχεις στο αυτομαστίγωμα της αναποφασιστικότητας. Κι εδώ έρχεται να «κουμπώσει» η θεωρία μου (μία από τις πολλές) του «έφτασε ο κόμπος στο χτένι». Όταν θα συμβεί αυτό, θα είσαι πια σίγουρος για το τι θες. Ό,τι κι αν είναι αυτό, είτε να μείνεις, ή να φύγεις.

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Οι δύο πίνακες


Είχα μία συζήτηση μ’ ένα φίλο περί συντροφικών σχέσεων κι εκείνος περιέγραψε με γλαφυρό τρόπο το θέμα, ώστε με κινητοποίησε να γράψω κάτι γι’ αυτό. Μ’ ένα μικρό προλογάκο, θα πω ότι δεν έχω πρόθεση να τσουβαλιάσω. Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και δεν ισχύουν όλα για όλους! Μου έλεγε, λοιπόν, ότι στην αρχή μιας σχέσης, φέρνει ο καθένας τον πίνακά του. Του έχει πάρει καιρό να τον ζωγραφίσει, περιγράφοντας μέσα από αυτόν τις εμπειρίες που έχει ζήσει, εκφράζοντας το χαρακτήρα και την ψυχή του. Βρίσκονται αυτοί οι δύο άνθρωποι σιγά σιγά στον ίδιο χώρο και συνεχίζουν να προσθέτουν μικρές πινελιές εδώ κι εκεί, ο καθένας στον πίνακά του. Παρότι αρχίζουν ν’ αποκτούν κάποιες κοινές εμπειρίες, οι πινελιές στους δύο πίνακες είναι σχεδόν απίθανο ν’ αποδοθούν με τον ίδιο τρόπο. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα κοιτάζει ο ένας τον πίνακα του άλλου. Εκεί υπάρχει η δυνατότητα να συμβούν δύο πράγματα. Το ένα είναι να σκεφτεί ο καθένας τους «κοίτα πως απεικόνισε αυτό το γεγονός ο άλλος…χμ, ενδιαφέρον», να προβληματιστεί θετικά και τελικά να χαρεί με τον πλούτο που προσφέρει η διαφορετικότητα. Αν κάνουν κάποια παρόμοια σκέψη και οι δύο, η σχέση ωφελείται, και συνεχίζουν τη δημιουργική διαδικασία. Σ’ ένα άλλο σενάριο, συνήθως η γυναίκα, ξεκινάει με κάποιες μικρές συμβουλές, του τύπου «τι ωραία που έχεις απεικονίσει τον ουρανό…νομίζω χρειάζεται να προσθέσεις κι έναν ήλιο». Κοιτάει απορημένος ο άντρας τον πίνακά του και λέει «μπα, δεν το είχα σκεφτεί έτσι». Η γυναίκα ίσως επιμείνει και πει «μα πως δεν το σκέφτηκες; Αφού ζωγράφισες τον ουρανό και τα σύννεφα και τα πουλιά, πως είναι δυνατόν να μη σχεδιάσεις και τον ήλιο;». Ο άντρας θα ξανακοιτάξει τον πίνακα κι ίσως σκεφτεί « δε μου πέρασε από το μυαλό να βάλω έναν ήλιο στον πίνακά μου, αλλά δε βαριέσαι; Εδώ που τα λέμε, θα μπορούσε να υπάρχει κι ένας ήλιος», έτσι απαντά θετικά και βάζει την πρώτη πινελιά κατά την υπόδειξη της γυναίκας. Οι μικρές και φαινομενικά ακίνδυνες υποδείξεις της γυναίκας και παραιτήσεις του άντρα συνεχίζονται, ώστε μετά από καιρό, ο πίνακας του άντρα να έχει αποκτήσει μία τελείως διαφορετική όψη. Ο άντρας έχει παραιτηθεί από την κοπιαστική διαδικασία του να σκεφτεί και τελικά να ζωγραφίσει αυτό που θέλει και η γυναίκα έχει αποκτήσει τον έλεγχο των δύο πινάκων (μαζί με την κούραση που τους  συνοδεύει). 

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Οι γυναίκες του έκτου ορόφου


Αγαπημένο μου βλογ…
     Γίνονται τόσα πολλά στην Ελλάδα αυτές τις μέρες που έχω κάψει φλάντζα να τα σκέφτομαι, γι’ αυτό αποφάσισα να σου γράψω για μία ταινιούλα που είδα για να χαλαρώσουμε.
     Προχθές είδα την ταινία «οι γυναίκες του έκτου ορόφου». Αρχικά σκέφτηκα ότι είναι μία μέτρια – καλούτσικη ταινιούλα, για να δεις ένα χαλαρό βράδυ που δεν θες να δεις κάτι σοβαρό. Το imbd τη βαθμολογεί με 7, αλλά πλέον νομίζω ότι είναι για παρακάτω. Την επόμενη μέρα συνέχισα να τη σκέφτομαι και σήμερα που την ξαναθυμήθηκα, φούντωσα κι είπα να γράψω κάτι.
     Η προπέρσινη αυτή ταινία (2010), είναι άλλη μία εκδοχή της Σταχτοπούτας. Μία εύπορη οικογένεια του Παρισιού τη δεκαετία του ’60, κι ενώ σ’ όλα τα πλουσιόσπιτα έχουν γίνει «της μόδας» οι Ισπανίδες υπηρέτριες, προσλαμβάνει μία νέα και γλυκιά Ισπανίδα υπηρέτρια. Η καημενούλα, φτωχούλα, που έχει κι ένα μικρό παιδί πίσω στην πατρίδα της και την έχει φάει η ξενιτιά, ζει σ’ ένα μικροσκοπικό δωμάτιο, στον έκτο όροφο του κτιρίου, μαζί με τις άλλες φτωχές Ισπανίδες υπηρέτριες. Παρά τη δουλειά στα ξένα χέρια και τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, οι ζεστές, καλόκαρδες, φωνακλούδες, τραγουδιστούδες, νότιες Ισπανίδες ζουν με χαρά τη ζωή, ενώ η εύπορη οικογένεια ζει μία ασπρόμαυρη ζωή σ’ ένα γάμο κλινικά νεκρό. Μετά από εύλογο χρονικό διάστημα, η όμορφη και καλοσχηματισμένη 28χρονη (περίπου) υπηρέτρια, πέφτει θύμα του έρωτα του 60χρονου, μετριότατης εξωτερικής εμφάνισης, ασπρομάλλη, φαλακρού με προκοίλι αφεντικού, όπως είχε συμβεί άλλωστε και όταν απέκτησε το παιδί της.



     Που είστε φεμινίστριες των δεκαετιών ’60-’70 να δείτε τι ταινίες παίζονται εν έτει 2010 και να φρίξετε! Τουλάχιστον τη Σταχτοπούτα την ερωτεύτηκε το όμορφο και νέο παλικάρι! Από πού να το πιάσεις και που να τα’ αφήσεις; Εκατοντάδες κλισέ μαζεμένα και πολλά μηνύματα που «παίζουν» σε πολλές ταινίες και τα καταπίνουμε αμάσητα.
Η φτωχειά Ισπανίδα – η πλούσια Γαλλιδα
Οι ζεστές νότιες – οι κρύοι Γάλλοι του Βορρά
Η φτωχειά υπηρέτρια – την ερωτεύεται το πλούσιο αφεντικό
Αλλά το χειρότερο απ’ όλα, το πιο απαράδεκτο, που επαναλαμβάνεται σε πάμπολλές ταινίες και γίνεται κοινωνικό κατεστημένο και ηθικά αποδεκτή κατάσταση:
Η όμορφη κορμάρα νέα με τον άσχημο προκοίλα γέρο!!! 
Ντάξει…ήμαρτον…


Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Ο Κιρικού και οι αξίες...


Διαβάζοντας αυτήν την ανάρτηση του συνβλόγερ τροβατόρε, σχετικά με τη χρησιμότητα και την αξία των πραγμάτων, θυμήθηκα μία ταινία μεγάλου μήκους κινουμένων σχεδίων που παίχτηκε στο φεστιβάλ την προηγούμενη εβδομάδα. Η ταινία λεγόταν Kirikou and the Men and the Women και αφηγούνταν μικρές (αυτοτελείς) ιστορίες των κατοίκων ενός αφρικανικού χωριού και βασικά του "ήρωά" του, του Κιρικού, ενός μικρού παιδιού που ξεχωρίζει με το χαρακτήρα και τις πράξεις του. Καταφθάνει, λοιπόν, μία μέρα στο χωριό μια περιπλανώμενη γυναίκα, μεγάλη σε ηλικία, και τη ρωτούν οι συγχωριανοί του Κιρικού τι ψάχνει. Εκείνη απαντά ότι πηγαίνει από χωριό σε χωριό και αφηγείται ιστορίες που ήδη ξέρει, αλλά ψάχνει και νέες ιστορίες που έχει να τις δώσει το κάθε χωριό. Οι συγχωριανοί τότε γίνονται πιο αμυντικοί και της λένε, καλά, και γιατί να αφηγείται κανείς ιστορίες, ποιά η χρησιμότητά τους και ποιόν ενδιαφέρουν; Μόλις, δε, καταλαβαίνουν ότι θα πρέπει να την κοιμίσουν και να την ταΐσουν για όσο θα μείνει στο χωριό, τότε δυσανασχετούν εντελώς. Η γυναίκα τους πείθει να ακούσουν τι έχει να πει κι εκείνοι της λένε, ωραία, σε ακούμε, πες μας μια ιστορία. Κι εκείνη τους απαντά, ότι δε γίνεται να σας πω την ιστορία εδώ στα όρθια και μάλιστα μέρα μεσημέρι  Πρέπει να είναι βράδυ και να καθόμαστε γύρω από τη φωτιά. Έτσι και γίνεται, και το βράδυ οι συγχωριανοί μαγεύονται από την ιστορία της γυναίκας και λαχταράνε να έρθει το επόμενο βράδυ για να καθίσουν όλοι γύρω από τη φωτιά και ν' ακούσουν τη συνέχεια.
Το μήνυμα είναι νομίζω πολλαπλό. Εκτός από τον φόβο για κάτι καινούριο - ασυνήθιστο κι εκτός από το καλλιτεχνικό - άχρηστο, υπάρχει και το μήνυμα της αξίας της γυναίκας και της αξίας των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας που μπορεί φαινομενικά να μην βοηθούν (με κάποιον πρακτικό-χειροπιαστό-χειρωνακτικό τρόπο), αλλά η αξία τους βρίσκεται αλλού...  




Το τρέιλερ της ταινίας



Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Monsieur Lazhar

Το πιο ας-πούμε-σοκαριστικό σημείο της ταινίας για μένα ήταν εκεί που συζητούσαν οι δάσκαλοι, καθισμένοι στο υπερτέλειο γραφείο συνεδριάσεων του υπερεξελιγμενοτέλειου σχολείου στο Κεμπέκ του Καναδά, για το θέμα, και ανέφερε ο ένας ότι σε μία εκδρομή που έκαναν με το σχολείο, ένα παιδάκι έπαθε εγκαύματα στην πλάτη από τον ήλιο γιατί δεν έφτανε να βάλει αντηλιακό μόνο του και δεν θα ήταν σωστό να τον αγγίξει κάποιος/-α δάσκαλος/-α.

Μπατσικό


Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Νιώθω γριά...

Θυμάστε τον παππού ή τη γιαγιά σας να σας λέει κάποια στιγμή "τι είναι αυτά τα τραγούδια που ακούτε σήμερα εσείς τα παιδιά...τςτςτς...εμείς στην εποχή μας είχαμε ωραία τραγούδια, μελωδικά με ρομαντικούς στίχους...αυτά τα νταπαντουπα μου κάνουν πονοκέφαλο" ...και απορούσε; Ε, λοιπόν, μάλλον γέρασα πια γιατί δε μπορώ να καταλάβω αυτό το φαινόμενο με το harlem shake (πληκτρολογείστε αυτό στο youtube και θα πάθετε πλάκα με την πληθώρα αποτελεσμάτων!) και γενικά με ζορίζει το dubstep σαν είδος...μουσικής;! Απολαύστε οι νεότεροι και παρατηρείστε οι μεγαλύτεροι!

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Άμα είναι κανείς μπροστά!

Νομίζω ότι το άτομο είναι πολύ μπροστά....εντυπωσιάστηκα με το ηχητικό τοπίο που δημιούργησε εκείνη τη στιγμή (!) και πόσο πλούσιο ήταν το αποτέλεσμα, τελικά από έναν μόνο μουσικό σε μία σόλο παράσταση!!!
Παραθέτω στην αρχή και τη μικρή συνέντευξή του στον Στάθη, γιατί μου άρεσε η προφορά (χαζογκόμενα...), αλλά δεν τα 'πε άσχημα, actually, για τους τραπεζίτες...

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Το πλακάκι


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό πλακάκι. Βρισκόταν τοποθετημένο σ’ ένα κεντρικό σημείο της πόλης και μαζί με τ’ άλλα πλακάκια, σχημάτιζαν ένα πεζοδρόμιο. Με τον καιρό, το πλακάκι άρχισε να χαλαρώνει από τη θέση του. Ίσως έφταιγαν τα πολλά παπούτσια που το πατούσαν καθημερινά, ίσως το μυστρί να μην το είχε κολλήσει καλά, ίσως να ήταν σαθρό το υπέδαφος, ίσως και όλα αυτά μαζί. Κάθε μέρα λάσκαρε όλο και πιο πολύ, μέχρι που μια μέρα, μια βαριά γαλότσα το πάτησε και το ξεκόλλησε εντελώς. Το πλακάκι κρεμόταν τόσο καιρό από μία κλωστή, αλλά ήλπιζε ότι θα κρατήσει. Όταν ξεκόλλησε εντελώς, πανικοβλήθηκε. Νόμιζε ότι ήρθε το τέλος του. Αργά ή γρήγορα, με νέα παπούτσια να περνάνε από ‘κει, θα έσπαγε και κάποιος ή θα το πετούσε στα σκουπίδια, ή στην καλύτερη περίπτωση, θα κατέληγε με άλλα κατεστραμμένα υλικά, για μπάζα. Ωστόσο, έμενε στη θέση του,  να «παίζει» πάνω κάτω σε κάθε πάτημα. Πέρασαν αρκετές μέρες και το πλακάκι έμενε στην ασταθή αυτή κατάσταση, αλλά στη θέση του. Μια μέρα έπιασε δυνατή βροχή. Νερό συσσωρεύτηκε κάτω από το πλακάκι, με αποτέλεσμα αυτό να γίνει κρυφή παγίδα-λακκούβα για κάθε περαστικό παπούτσι. Πολύ σύντομα, ένα παπούτσι πάτησε στο πλακάκι κι έγινε μούσκεμα. Το παπούτσι θύμωσε που ξεγελάστηκε, αλλά ούτε το καημένο το πλακάκι έφταιγε. Το παπούτσι έβαλε τις φωνές και κάλεσε το δημοτικό μυστρί να έρθει αμέσως να το φτιάξει, αφού ήταν επικίνδυνο και για άλλα παπούτσια. Μετά από όλα αυτά τα μνημόνια όμως και την οικονομική κρίση, κανένα δημοτικό μυστρί δεν ήθελε να πάει ν’ ασχοληθεί με το πλακάκι. Το παπούτσι, όμως, δεν το έβαλε κάτω. Μπορεί να είχε στεγνώσει πια απ’ το νερό της λακκούβας, όμως δεν ήθελε να συμβεί και σε κάποιον άλλο το ίδιο περιστατικό. Αποφάσισε, λοιπόν, να φέρει ένα δικό του μυστρί και να ξανακολλήσει το πλακάκι. Έτσι κι έγινε. Έφερε ένα μυστρί, λίγο τσιμέντο, αμμοχάλικο και νερό. Έφτιαξε το σωστό μείγμα και με τη βοήθεια του μυστριού, το κόλλησε. Αφού έκανε όλο αυτόν τον κόπο, ήθελε να σιγουρευτεί ότι όλα θα πάνε καλά. Έτσι, έμεινε πάνω απ’ το πλακάκι, να περιμένει να στεγνώσει το τσιμέντο και να σταθεροποιηθεί εντελώς. Όσο στέγνωνε το τσιμέντο, το πλακάκι ένιωθε όλο και πιο σίγουρο για το εαυτό του και ξανάρχισε να νιώθει ασφάλεια ανάμεσα στ’ άλλα πλακάκια. Όταν πια στέγνωσε το τσιμέντο, είχε περάσει αρκετός χρόνος, ώστε το πλακάκι να νιώθει σίγουρο και σταθερό, έτοιμο να δεχτεί νέα πατήματα από κάθε λογής παπούτσι. Όταν ήρθε η ώρα, το παπούτσι αποχαιρέτισε το πλακάκι και συνέχισε την πορεία του. Το τυχαίο αυτό περιστατικό στάθηκε αφορμή για να επιλέξει το παπούτσι τι να κάνει, να φύγει ή να μείνει και να φτιάξει το πλακάκι. Τελικά, δεν στεναχωρέθηκε για το χρόνο που ξόδεψε για να φτιάξει το πλακάκι γιατί με αυτή του τη πράξη βοήθησε σε τρεις μεριές. Βοήθησε το ίδιο το πλακάκι σταθεροποιώντας το στη σωστή του θέση, βοήθησε τ’ άλλα παπούτσια που μπορεί να περνούσαν απ’ το ίδιο σημείο, αλλά βοήθησε και τον εαυτό του, για να μη φοβάται κάθε φορά που θα διασχίζει το πεζοδρόμιο. Έτσι, απομακρύνθηκε ευχαριστημένο και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Pantera - Floods




A dead issue, don't wrestle with it, deaf ears are sleeping 
A guilty bliss, so inviting (let me in), nailed to the cross 

I feel you, relate to you, accuse you 
Wash away us all, take us with the floods 
Then throughout the night, they were raped and executed 
Cold hearted world 
Your language unheard of, the vast sound of tuning out 
The rash of negativity is seen one sidedly, burn away the day 

The nervous, the drifting, the heaving 
Wash away us all, take us with the floods 
Then throughout the day mankind played with grenades 
Cold hearted world 
And at night they might bait the pentagram 
Extinguishing the sun 
Wash away man, take him with the floods

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Ωραία διασκευή!

Μη δείτε - Μαύρος Θάνατος (Mask of the Ninja)


Κυριακή 3/7/2011

Star 01.15

Ποιός είναι ο αγριωπός κύριος με την κουκούλα; Μην είναι μπάτσος της αντιτρομοκρατικής που είδε γιάφκα; Μην είναι μηδενιστής που είδε μπάτσο; Μην είναι τροϊκανός που είδε τις βαβουζέλες στο Σύνταγμα; Μην είναι σκιέρ που είδε το χιόνι να λιώνει; Όχι, μην ανησυχείτε, ηθοποιός είναι ο άνθρωπος, που ήθελε να παίξει Σέξπιρ, αλλά κάνει τον Νίντζα για το μεροκάματο.

Π.Μ.
(Αναδημοσίευση από το ένθετο "Ε tv" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας. Επιμέλεια του κ. Παύλου Μεθενίτη.)