Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Beirut - Prenzlauerberg




so alone...i cry but something something...
i came through tonight...just like you....
and all this advice has fallen through....
i watch and wait as...something something...
i watch and wait as i let more time decide....and so alone..
i cry but i could not...something something

Σε όσους μου λείπουν


«Πέθανε στις τρεις τα ξημερώματα στην εντατική. Θυμάμαι τη στολή της νοσοκόμας που ‘χε μία λαδιά στην αριστερή τσέπη και τον καφέ μου που έτρεμε μέσα στο πλαστικό κυπελλάκι του. Η λαδωμένη στολή ξεπρόβαλλε σαν το φάντασμα, με ύφος συμπονετικό, η καημένη κι αυτή. Έσφιξε τα χείλη της. Δεν άντεχα άλλα. Πες το, ρε κοπέλα μου, τι μας κοιτάζεις έτσι, αφού θα το πεις. Τρία μερόνυχτα ορθοστασία με το νεροζούμι στο χέρι, ούτε ζάχαρη, ούτε γάλα. Είχε έρθει η στιγμή. Βούιζε το κεφάλι μου, η καρδιά μου, άντε, πες το. Μας έκανε με τα χέρια της μία κίνηση σαν τέλος, σαν κάτι να κόβεται, το ένα χέρι αριστερά, το άλλο δεξιά και είπε χαμηλόφωνα «Τελείωσε». Άφησα το κυπελλάκι απ’ τα χέρια μου και δεν το κοίταξα καθόλου. Μόνο που βράχηκαν οι αστράγαλοί μου. Η Βάσω έκανε ωχ. Από τα έγκατα της γης.
Στο νεκροτομείο δε μπόρεσα να μπω. Δεν ήθελα να τον δω πεθαμένο. Προσπάθησα μια δυο φορές, αλλά έφυγα τρέχοντας, δεν το άντεχα, έτρεχα πέρα μακριά, χανόμουν στους διαδρόμους κι έβαζα και τα χέρια μου στ’ αυτιά μου, για να μην ακούω, ποιός ξέρει τι. Εγώ ήθελα να του μιλήσω και να μου μιλήσει. Να ‘ναι το χέρι του ζεστό να το πιάσω. Ήθελα να πούμε αστεία, ήθελα να μου σχολιάσει όλους αυτούς που μπαινοβγαίνανε εκείνες τις μέρες, που όλοι νόμιζαν ότι κάτι ξέρουν για το θάνατο, όλοι είχανε κάτι να πούνε, όλοι ξέρανε να δώσουνε κουράγιο ο ένας στον άλλο, όλοι μου χτύπησαν την πλάτη με συμπόνια, όλοι είχανε από μία ιστορία να διηγηθούν γι’ αυτόν, πάρτε, ρε , τα βρωμόχερά σας από πάνω μου, όλοι είχανε τον τρόπο να επιβεβαιώσουν για άλλη μια φορά την ύπαρξή τους, μόνο η Βασούλα πόναγε στ’ αλήθεια, όλους τελικά τους καύλωνε ο θάνατος, μόνο αυτή πάλευε να χαμογελάσει, επιτέλους κάτι κουνιόταν μέσα τους κι αυτό θέλανε να το πούνε, να το δείξουνε, ο φριχτός εγωισμός του ανύπαρκτου, αυτοί ήταν οι ανύπαρκτοι και όχι αυτός που πέθανε. Οι κλαμένες ψυχές τους σερνόντουσαν στους διαδρόμους του νοσοκομείου, τα κακόγουστα παπούτσια τους. Τα λογύδρια του καθένα, τα αποφθέγματα, με τα χέρια δεμένα στην πλάτη και το ύφος του παντογνώστη. Επιτέλους είχε ένα νόημα η ύπαρξή τους, δεν ήταν πια ο μπακάλης ή ο μανάβης ή ο φαρμακοποιός ή ο γιατρός ή απλώς και μόνο ο καριολόπουστας. ήταν γνωστοί του νεκρού, συγγενείς του, φίλοι του, ήταν κάτι επιτέλους. Ο προβολέας επάνω τους. Τίγκα στο φως. Αλλά για πόσο; Μέχρι να τον θάψουμε, μέχρι να του πετάξουμε από ένα λουλούδι ή λίγο χώμα, άντε μέχρι να πιούμε κι έναν τούρκικο, και μετά πάλι πίσω, πίσω γρήγορα, ουστ, πίσω στα παιδιά σας που το βράδυ αργούνε κι εσείς τρέμετε από το άγχος, κακάσχημε Παπαχρήστο, πίσω στα σπίτια σας, στα χαλασμένα υδραυλικά, στα μπλέντερ, στις φιλότιμες προσπάθειες, φιλάκια, σας φιλώ, φιλάκια, να κάνουμε και καμιά γενική αίματος πού και πού, άντε στα σπιτάκια σας τώρα, η θετική ενέργεια σας μάρανε, εγώ δεν πρόκειται να ξεκολλήσω τη μούρη μου από το πάτωμα, φύγετε, πες του Αντωνάκη σου να πάρει τα κουλά του από πάνω μου, φιλάκια λέω, μ’ αρέσει ρε χριστιανή μου να σέρνομαι στο πλακάκι του νοσοκομείου, μ’ αρέσει, θα το γλύψω κιόλας, άντε για ύπνο τώρα, ουστ κάτω από το ζεστό πάπλωμα, να τρίψετε τις πατούσες σας τη μία με την άλλη, να φτύσετε στον κόρφο σας, να χτυπήστε τα ξύλα σας, να ζήσετε πολλά χρόνια και να τον θυμάστε, αγκαλιά με πορίσματα για το θάνατο και τη ζωή, με φιλοσοφίες του κώλου, μόνο και μόνο για λίγη ησυχία, για λίγη ανακούφιση από την «πουτάνα» τη ζωή, που παύει να είναι πουτάνα μόλις κάποιος πεθάνει, μόνο τότε, μόνο εκείνη τη στιγμή που σε πιάνει η ψυχή σου, όχι επειδή κάτι έχασες, αλλά επειδή στο τσακ τη γλίτωσες εσύ.
Να βουτήξεις κι εσύ μέσα στον τάφο, να τραβήξεις έξω το πτώμα, να το πλακώσεις στα φιλιά, στα χαστούκια, στα χάδια, μπας και ξυπνήσει, να ουρλιάξεις, να σιωπήσεις, να κλάψεις, να κρατηθείς να μην κλάψεις, όλα μάτια. Και κατεβαίνει το φέρετρο. Ρίξε άγκυρα, καραβάκι μου. Γκουπ. Αναρωτιόμουν αν ο παπάς έχει μεγάλη ψωλή, προσπαθούσα να καταλάβω αν είναι αδερφή, κοίταζα τη Μαρουσώ αν της φαινόταν ο καρκίνος, ο Γιωργάκης ήταν ολόιδιος ο πατέρας του, τα αδέρφια, τα ξαδέρφια, όλοι βγαλμένοι απ’ το ίδιο καλούπι, φοβερό, σαν όμως να τους έφτιαχνε ερασιτέχνης θεός, αυτοδίδακτος, που του στραβοχύθηκαν και είπε, δε βαριέσαι. Γίδια, ασχημόσογο, μόνο αυτός τους ξέφυγε.
Ήταν μια σοβαρή κηδεία, παγωμένη, απλή, δε λιποθύμησε κανείς και η μανούλα του κρατήθηκε με πού κόπο και κουράγιο, χωρίς να κλάψει καθόλου, μόνο κάποια στιγμή ψιθύρισε ένα «αγάπη μου», σκέτο, έτσι όπως του άξιζε να είναι, μόνο μία λέξη, αυτό είναι η αγάπη, όπως και ο θάνατος, όπως και η ζωή, και όλες οι προσπάθειες για να τους δώσεις νόημα είναι κινήσεις απελπισίας, του ναυαγού οι χαιρετούρες, κάτι μπράτσα που κουνιούνται πάνω κάτω, κάτι στόματα που ανοιγοκλείνουν και λένε συνήθως μαλακίες, κάτι σώματα που παλεύουν να μπουν το ένα μέσα στο άλλο, κάτι φωνές, μια άχρηστη βαβούρα, που πάντα καταλήγει στο νεκροταφείο, και αναγκάζεται επιτέλους να το βουλώσει, να σκάσει και να καρφώσει τα μάτια στο κενό, να πάψει να ακούει τον εαυτό της και να ακούσει το χραπ από το φτυάρι και το χραπ από το χώμα που σκάει πάνω στην κάσα, σαν μια τελευταία μούντζα πάνω στον άνθρωπο, παρ’ τα. Μου ‘θελες και περιπέτειες.
Μετά την κηδεία έπρεπε εγώ να πάω στο νοσοκομείο να πάρω τα πράγματά του. Τις πιτζάμες του, τα βιβλία του. Δεν είχε και πολλά. Τα γυαλιά του, κάτι παντόφλες που δε φόρεσε ποτέ, αφού δε σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Την πράσινη οδοντόβουρτσα. Ω ρε Χριστέ μου! Τα ‘βαλα όλα σε μία σακούλα και γύρισα σπίτι μου. Ήθελα να τον πάρω τηλέφωνο, ήθελα να του πω για τη κηδεία του, ήθελα πολλά να του πω. Αν θα βγαίναμε καμιά βόλτα το βράδυ, αν είχε όρεξη, δεν ξέρω. Πιο πολύ απ’ όλα ήθελα να τον ξαναδώ. Και είχα μπροστά μου αυτή τη τη σακούλα. Καφέ, με σκούρα γράμματα, σαν σκατά ήτανε. Θα τα φυλάξω όλα.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Παντελής, συλλυπητήρια. Τώρα το ‘μαθα. Ναι, ρε Παντελή. Εντάξει. Ξέρεις, μου λέει, τον συνάντησα τυχαία πριν από λίγες μέρες, απίστευτό είναι, φαινόταν μια χαρά. Είπαμε και για σένα. Εκεί, Βουκουρεστίου, έξω από το Μπραζίλιαν. Απίστευτό. Δεν υπάρχει τίποτα απίστευτο τελικά, ρε Παντελή, το λες και το ξαναλές. Τι το λες και το ξαναλές.»

Λένα Κιτσοπούλου, Νυχτερίδες (διηγήματα)
            

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Δομιτίλα Γιάρα


 Χρόνια αργότερα πέθανε η Δομιτίλα Γιάρα, η εκκλησάρισσα που ζούσε απέναντι από την τσιτσερία της Ανχέλικα Μερσέδες, η Δομιτίλα Γιάρα, η πιστή που κυκλοφορούσε πάντα μαυροντυμένη με το πρόσωπο καλυμμένο με βέλο και σκούρες νάιλον κάλτσες, η μοναδική θρήσκα που γεννήθηκε στη συνοικία. Περνούσε η Δομιτίλα Γιάρα και οι Μανγκατσέροι, γονατιστοί, της ζητούσαν την ευλογία της: εκείνη μουρμούριζε μερικές προσευχές, τους σταύρωνε στο μέτωπο. Είχε μία εικόνα της Παρθένου τυλιγμένη με σελοφάν, με ροζ, γαλάζιες και κίτρινες κορδέλες που ήταν σαν κόμη. Από την εικόνα κρέμονταν κάτι λουλούδια από σύρμα και σερπαντίνες και, κάτω από την πληγωμένη καρδιά του Ιησού, έβλεπες μία προσευχή γραμμένη στο χέρι, φυλακισμένη σε μία τενεκεδένια κορνιζούλα. Η εικόνα λικνιζόταν στην κορυφή ενός σκουπόξυλου και η Δομιτίλα Γιάρα την κουβαλούσε πάντα μαζί της, υψωμένη, σαν λάβαρο. Όπου υπήρχαν γέννες, θάνατοι, αρρώστιες, συμφορές, έσπευδε η θρήσκα με την εικόνα και τις προσευχές της. Από τα ρυτιδιασμένα δάχτυλά της κρέμονταν ως το πάτωμα ένα ροζάριο με χάντρες τεράστιες, σαν κατσαρίδες. Έλεγαν ότι η Δομιτίλα Γιάρα είχε κάνει θαύματα, ότι μιλούσε με αγίους και, τις νύχτες, μαστιγωνόταν. Ήταν φίλη του πατέρα Γκαρσία και πολλές φορές έκαναν μαζί περίπατο, αργοκίνητοι και σκυθρωποί, στην πλατειούλα Μερίνο και στη λεωφόρο Σάντσες Σέρο. Ο πατήρ Γκαρσία ήρθε στην αγρύπνια της θρήσκας. Δεν κατάφερνε να μπει, με σκουντιές παραμέριζε τους Μανγκατσέρους που ήταν συνωστισμένοι μπροστά στην παράγκα, και ήδη μουρμούριζε όταν κατάφερε να φτάσει στο κατώφλι. Είδε τότε τα μέλη της ορχήστρας να παίζουν θλιμμένα πλάι στη νεκρή. Έχασε το μυαλό του: τρύπησε το τύμπανο του Μπόλας με μία κλοτσιά και θέλησε να σπάσει την άρπα και να ξεριζώσει τις χορδές της κιθάρας, και, εν τω μεταξύ, στον δον Ανσέλμο, «βδέλυγμα της Πιούρα», «αμαρτωλέ», «δρόμο από δω». «Μα, πάτερ», ψέλλιζε ο αρπιστής, «παίζαμε προς τιμήν της», και ο πατήρ Γκαρσία «βεβηλώνετε ένα αγνό σπίτι», «αφήστε ήσυχη τη νεκρή». Και οι Μανγκατσέροι τελικά ξεσηκώθηκαν, δεν ήταν σωστό, πρόσβαλλε κατάμουτρα το γέρο, δεν το επέτρεπαν. Και τελικά μπήκαν οι ανίκητοι, σήκωσαν τον πατέρα Γκαρσία στα χέρια και οι γυναίκες αμαρτία, αμαρτία, όλοι οι Μανγκατσέροι θα καίγονταν στο πυρ το εξώτερο. Τον πήγαν μέχρι τη λεωφόρο, καθώς αυτός χτυπιόταν στον αέρα σαν ταραντούλα, και τα πιτσιρίκια φώναζαν «εμπρηστή, εμπρηστή, εμπρηστή». Ο πατήρ Γκαρσία δεν ξαναπάτησε το πόδι του στη Μανγκατσερία και, από τότε, αναφέρει από τον άμβωνα τους Μανγκατσέρους ως παραδείγματα προς αποφυγήν.

Μάριο Βάργκας Λιόσα
Το Πράσινο Σπίτι

The sailing tomatoes - Δρόμος

Beirut - Vagabond

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Το άλογο του Τορίνου


Θα ήθελα να κακολογήσω μία ταινία (του κατά τ’ άλλα εξαιρετικού Ούγγρου Μπέλα Ταρ) που είδα χθες και τελικά αποφάσισα ότι δεν μου άρεσε (και να δώσω τροφή για νέο βιδεάκι στον Μπραφ, που είναι πάντα τόσο κομψός όταν σχολιάζει ό,τι του κινεί το ενδιαφέρον!). 
Βρισκόμαστε στα 1889 και η ταινία περιγράφει τη ζωή ενός φτωχού καροτσέρη. Ζει με την κόρη του σ’ ένα σπίτι που έχει τα απολύτως απαραίτητα 
έπιπλα: δύο κρεβάτια, ένα τραπέζι, δύο καρέκλες και μία ξυλόσομπα. Μοναδική πηγή εισοδήματος είναι το άλογό του που του εξασφαλίζει το καθημερινό γεύμα, δηλαδή μία βραστή πατάτα για τον καθένα. Σε μία σχεδόν πρωτόγονη κατάσταση, χωρίς ηλεκτρικό και νερό (φυσικά), οι καθημερινές ασχολίες περιλαμβάνουν (συν τοις άλλοις) το τάισμα του αλόγου, το άναμμα της σόμπας, το κουβάλημα νερού από το πηγάδι και το άναμμα του λαδοφάναρου όταν σκοτεινιάζει. Νομίζω ότι μετά από αυτά έχετε φανταστεί περίπου το σπίτι. Ξεκινάει, λοιπόν, η κόρη, να πάει να φέρει νερό. Πλησιάζει στην πόρτα, κάνει να την ανοίξει, και τι να δω: η πόρτα έχει χερούλι με κλειδαριά τέτοιου τύπου 


Ίσως όχι τόσο καλογυαλισμένο, αλλά τέτοιου τύπου. Τέτοια σκηνοθετικά λάθη μπορούν να με τρελάνουν! Ρε φιλαράκι, πλάκα με κάνεις; Η γιαγιά μου στο χωριό το 1990 είχε μάνταλο στην πόρτα και μία τρύπα από κάτω στην οποία χωρούσε ένα τέτοιο κλειδί


και «κλείδωνε» κι αυτός το 1889 είχε και κλειδαριά σύγχρονη;;;;;; Εντόπισα κι άλλα (τέτοιου τύπου) λάθη και ξενέρωσα. Δηλαδή, λίγο ακόμα και θα σήκωνε το χέρι του ο καροτσέρης για να κοιτάξει κάνα τέτοιο ρολόι 


Ήμαρτον!
Η ταινία κατά τ’ άλλα έχει εξαιρετική φωτογραφία και εξαιρετικό ήχο-φόντο (τον μανιασμένο αέρα), κι εξαιρετικές ερμηνείες.