Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

«όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες» ή η δυσκοιλιότητα δεν έχει πατρίδα


          Τι εννοεί ο ποιητής; Ίσως ο Καββαδίας να το εννοούσε κυριολεκτικά. Ότι θεωρητικά γύρισε όλο τον κόσμο, αλλά πρακτικά έβλεπε αυτό το μικρό μόνο τμήμα των πόλεων του κόσμου, το λιμάνι. Ίσως και να το εννοούσε μεταφορικά. Από την πλευρά της νοητικής και ψυχικής κατανόησης των τόπων και των ανθρώπων. Ίσως και κάτι άλλο που δεν το πιάνω.

       Μπαίνουμε στις Νυμφές και στρίβουμε δεξιά για το Ασκηταριό. Ανεβαίνουμε την απότομη τσιμεντένια ανηφόρα και συναντάμε δύο ανθρώπους γύρω στα τριάντα (έναν άντρα και μία γυναίκα) που τυχαίνει να είναι Γερμανοί, με τη γνωστή περιπατητική αμφίεση. Παπούτσια trekking, βερμούδα trekking, μπλούζα trekking, καπελάκι trekking. Πλησιάζουμε στο Ασκηταριό και σκέφτομαι ότι θα «μας τη σπάσουν». Ότι θα τους έχουμε μπάστακες και δεν θα μπορέσουμε ν’ απολαύσουμε την ομορφιά. «Ευτυχώς», σε πέντε λεπτά είχαν φύγει. Έριξαν μια ματιά στο λουτρουβιό, διάβασαν τα σχετικά σ’ ένα βιβλίο που κρατούσαν κι έφυγαν. Griechischen Corfioten Loutrouvichten check√! Ήρθαν από την άλλη άκρη του κόσμου, σ’ ένα χωριό που χρονολογείται από τα κλασικά ελληνιστικά χρόνια, σε μία τοποθεσία που υπάρχει ένα από τα μεγαλύτερα παλιά ελαιοτριβεία της Βόρειας Κέρκυρας, που σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση τόσο το κτίριο, όσο και τα μηχανήματα της εποχής κι έφυγαν μέσα σε πέντε λεπτά. Αν καθόντουσαν λίγο παραπάνω θα έβλεπαν ότι το ελαιοτριβείο είχε με μία πλευρά κοινή με το διπλανό 3όροφο κτίριο, που ενδεχομένως ήταν η κατοικία των μοναχών. Με τον κεκλιμένο εξωτερικό τοίχο στο ισόγειο (πλάτους πάνω από ένα μέτρο στη βάση του), χαρακτηριστικό των ψηλών κτιρίων σε κεκλιμένο έδαφος (και όχι μόνο), μηχανική – κατασκευαστική πρωτοπορία της εποχής της ενετοκρατίας (σε σύγκριση με τον προγενέστερο κατακόρυφο μεσαιωνικό τρόπο κατασκευής των τοίχων) για μεγαλύτερη στατική επάρκεια και άρα ασφάλεια. Αν έμπαιναν μέσα θα έβλεπαν τα «λιωμένα» από την πολλή χρήση πέτρινα σκαλιά, τα σκοροφαγωμένα λιγοστά έπιπλα που έχουν επιζήσει και δεν θα μπορούσαν να έχουν την ίδια χρήση σήμερα, όπως το «ειδικό» τραπεζάκι με την υποδοχή για την τοποθέτηση της λεκάνης που ένιβαν τα χέρια και τα πρόσωπα. Θα αγχωνόντουσαν, ίσως, με το μικροσκοπικό και νομίζω σπάνιο δωματιάκι – αποχωρητήριο μέσα στο κτίριο. Με μία υποτυπώδη ξύλινη «λεκάνη» (τρεις σανίδες σε σχήμα «π») και μία τρύπα στη μέση που χάνεται το φως όπως στα βαθιά πηγάδια μέσα στη γη. Αν έριχναν μια ματιά στην παρακείμενη εκκλησία (της ίδιας εποχής νομίζω), θα παρατηρούσαν τη βαριά ξύλινη σκαλισμένη πόρτα, κλειστή, με την τεράστια κλειδαριά που το κλειδί θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον 10 εκατοστά για να μπεί εκεί μέσα και τις φάλτσες καμπάνες εξαιτίας της διάβρωσης του μετάλλου τους. Αν έφθαναν λίγο παρακάτω, στα 15 μέτρα, θα τους ανατρίχιαζε η μικρή, λαξευμένη στο βράχο σπηλιά, όπου ένας (κάθε φορά) μοναχός προσευχόταν. Ακριβώς δίπλα θα έβλεπαν το μικρό αρδευτικό έργο που είχαν κατασκευάσει οι μοναχοί προφανώς για να ποτίζουν τα κηπευτικά ή/και τα ζώα τους. Τη μικρή υπόγεια στοά (ύψους περίπου 40 εκατοστών) που χανόταν μέσα στο βράχο, τη μικρή δεξαμενή και το κανάλι που οδηγούσε το νερό στο επιθυμητό σημείο. Τους αλπικούς τρίτωνες που απαντώνται και στην Κέρκυρα και πλατσούριζουν στα νερά προσπαθώντας να εξασφαλίσουν την τροφή τους. Αν έκαναν τον εξτρεμισμό και κατέβαιναν το μονοπάτι, στα 500-700 μέτρα θα συναντούσαν το ρέμα που δεν έχει στερέψει λόγω καλοκαιριού και τη μικρή, αλλά αρκετά βαθιά (γύρω στο ενάμιση μέτρο) λίμνη, που σχηματίζεται σ’ εκείνο το σημείο, κατακάθαρη, γεμάτη ψαράκια και καβούρια του γλυκού νερού. Θα καθόντουσαν εκεί όσο χρειαζόντουσαν για να ρεμβάσουν, ν’ αδειάσουν και να μην ξαναχρειαστούν διακοπές για πολύ καιρό ακόμα. Ας ελπίσουμε ότι τουλάχιστον τα διάβασαν στο βιβλίο.

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Dudeism

Ποιός κακεντρεχής λέει ότι είμαι άθεη;;;





Μπακάλικα!


Γκάλης Cooper!!!


Ο κλειστός κύκλος

«Ξαφνικά, η Κλερ ένιωσε πάνω της το βλέμμα του Νταγκ. Ήταν η πρώτη φορά που συναντιόνταν μετά από δεκαπέντε χρόνια. Της έπιασε και τα δύο χέρια, και στο βλέμμα του αντίκρισε την ίδια πείνα, την ίδια περιέργεια που θυμόταν στα μάτια του από πολύ παλιά: τότε που ήταν συμμαθητές κι είχαν γυρίσει σπίτι απ’ το σχολείο μαζί ένα απόγευμα, με το λεωφορείο 62. εκείνη τη στιγμή, ένιωσε λες και οι δεκαετίες διαλύθηκαν μπροστά της αυτοστιγμεί˙ αναστατώθηκε βαθιά μέσα της, αφού αυτή η στιγμή την έκανε να καταλάβει, γι’ άλλη μία φορά, τη σπουδαία αλήθεια που είχε συνειδητοποιήσει στη συναυλία του Μπέντζαμιν, τον περασμένο Δεκέμβριο: μερικά συναισθήματα δε σβήνουν ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες φιλίες και γάμοι και σχέσεις αν έρθουν ή φύγουν. Ήταν αλήθεια, συλλογίστηκε, ρίχνοντας μία κλεφτή ματιά στον Νταγκ˙ πάντα θα νιώθει έτσι για μένα˙ κι εγώ πάντα το ίδιο θα νιώθω για τον Μπέντζαμιν˙ κι ο Μπέντζαμιν πάντα το ίδιο θα νιώθει για τη Σίσλι. Είκοσι χρόνια πέρασαν, αλλά να που βαθιά μέσα μας τίποτα δεν άλλαξε. Τίποτα ποτέ δεν αλλάζει.»

Τζόναθαν Κόου
Ο Κλειστός Κύκλος

Και μετά είναι ν’ απορεί ο συγγραφέας που η πλειονότητα των αναγνωστών του είναι γυναίκες;;;

Πάντως, μ’ άρεσε πολύ το γράψιμό του, τόσο το μυθιστόρημα (με τους ερωτευμένους, αφοσιωμένους και μπερδεμένους ήρωες), όσο και το μπλέξιμο μέσα σ’ αυτό μερικών σημαντικών πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων της Βρετανίας των τελών της δεκαετίας του ’90 (και των αρχών του 2000), στην εποχή του Τόνυ Μπλερ, όπως η υπόθεση της ιδιωτικοποίησης των σιδηροδρόμων (και τα ατυχήματα), το πρόβλημα του ρατσισμού και των νεοναζί (παρά την πολυπολιτισμικότητα της χώρας), καθώς και την περίοδο της κοινοβουλευτικής ψηφοφορίας σχετικά με τη συμμετοχή της Βρετανίας στο πλευρό των Αμερικανών στον πόλεμο στο Ιρακ.


Να μην ξεχάσω και τα υπέροχα φυσικά τοπία που περιγράφει και κάποιες μικρές «μουσικές» πινελιές!

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Το χανζαπλάστ

Φθάνω στο σπίτι και πετυχαίνω στην είσοδο της πολυκατοικίας δύο γυμνασιοκόριτσα. Και χαιρετιόμαστε. Μ’ αρέσουν οι μικρές πόλεις που μπορείς να λες μία καλησπέρα σε κάποιον άγνωστο χωρίς να σε κοιτάει λες και είσαι τρελός. Δεν περνάνε 5-10 λεπτά, «ντριν» το κουδούνι. Κοιτάω απ’ το ματάκι γιατί δεν περιμένω κάποιον. Βλέπω τα κορίτσια και ανοίγω. Μου ζητάνε ευγενικά συγνώμη και ρωτάνε αν τυχόν έχω χανζαπλάστ. Έχει «χτυπήσει» τη μία το παπούτσι, την πονάει το πόδι και δεν έχουν χανζαπλάστ. Τους φέρνω και βάζω και σε λίγο βαμβάκι μπεταντίν για να βάλει στην πληγούλα. Το ταμπονάρει απαλά και με παιδική αφέλεια μου δίνει το βαμβάκι με το μπεταντίν και το αίμα, στο χέρι και βάζει το χανζαπλάστ. Τους δίνω κι άλλο ένα μήπως ξεκολλήσει το πρώτο, μ’ ευχαριστούν και φεύγουν. Κυκλοφορώ στο σπίτι όλο το απόγευμα μ’ ένα ηλίθιο χαμόγελο χαράς στα χείλη! Γιατί δεν παίζουν τα παιδιά στη γειτονιά συχνότερα; Γιατί δε μου χτυπάει η γειτόνισσα να ζητήσει αν λεμόνι;

Σχέδια...


Σκόρδα Κίνας

Πάω στο σούπερ μάρκετ και αγοράζω σκόρδα Κίνας. Τέλεια στην όψη, με δύο ευρώ. Είναι τα μοναδικά σκόρδα στο μανάβικο και απορώ. Γιατί δεν υπάρχουν ντόπια; Γιατί τέτοιο "μονοπώλιο", όπως τα λεμόνια Αργεντινής το κατακαλόκαιρο; Πως και φθάνουν μέχρι εδώ από τόσο μακριά; Είναι πολλά τα δύο ευρώ; Και ξενερώνω.
Έχω ξεμείνει από βιβλία και παραγγέλνω του Μο Γιάν, που πέρσι βραβεύτηκε με Νόμπελ λογοτεχνίας, τις μπαλάντες του σκόρδου. Στην πρώτη σελίδα απογοητεύομαι γιατί πρόκειται για μετάφραση της μετάφρασης. Δηλαδή μετάφραση στα πλουσιότερα ελληνικά από τα φτωχότερα αγγλικά, από τα πλουσιότερα (τουλάχιστον σε νοήματα, αν όχι και σε λεξιλόγιο) κινέζικα. Αλλά δεν εγκαταλείπω. Διαβάζω για τη ζωή των αγροτών που καλλιεργούν (σχεδόν αποκλειστικά) σκόρδα σε μία επαρχία της σύγχρονης Κίνας.

       «Οι καυλοί του σκόρδου είχαν πουληθεί όλοι, και βολβοί κρέμονταν σε πλεξούδες από τα γείσα. Ύστερα ήρθε η συγκομιδή του κεχριού, που τ' άπλωσαν να ξεραθεί προτού τ' αποθηκέψουν σε κάδους και βαρέλια. Τ' αλώνι μπροστά στο σπίτι της τέταρτης θείας είχε καθαριστεί πια, το σούρουπο, κι ευωδιαστές θημωνιές υψώνονταν σκοτεινές κάτω απ' το λαμπύρισμα των αστεριών. Τ' αεράκι του Ιούνη, που ερχόταν από τους αγρούς, έκανε τη φλόγα του φαναριού να χορεύει κι ας ήταν μες στο γυαλί, που απάνω του χτυπούσαν πράσινες νυχτοπεταλούδες με θόρυβο˙ τικ τικ τικ. Κανένας δεν το πρόσεχε αυτό, πέρα από τον Γκάο Μα.» [...]
«Είμαι ξαπλωμένος στο καλαμποκοχώραφο ατενίζοντας σύννεφα σμιλεμένα από τα κοφτερά φύλλα επάνω από το κεφάλι μου. Τα σύννεφα χάνονται κι ο ουρανός είναι καθαρός˙ η ράχη μου φουσκαλιάζει πάνω στη φρυγμένη από τον ήλιο γη. Λευκός οπός μαζεύεται σε στάλες και κρέμεται από χνουδάτες ίνες, διστάζοντας να πέσει στη γη, σαν τα δάκρυα στα ματόκλαδά της...το κεχρί κυματίζει, έπειτα ακινητεί όταν ο αγέρας παύει. Οι ώριμοι καυλοί σκύβουνε χαμηλά και δύο καρακάξες πετούν κρώζοντας στριγκά, η μία τσιμπώντας την ουρά της άλλης. Ένας περίεργος σπουργίτης τις ακολουθεί, ανακατώνοντας τη φωνή του με τις δικές τους. Μυρωδιά φρέσκου σκόρδου γεμίζει τον αέρα.
            Η Τζίντζου είναι μοναχή στον αγρό, κόβει σκυφτή το κεχρί, ρίχνοντας το ένα χερόβολο μετά τ’ άλλο ανάμεσα στα πόδια της, όπου θροΐζουνε βαριά, πέφτουνε καταγής και κουλουριάζονται σαν φουντωτή κίτρινη ουρά. Το δικό μου κεχρί είναι όλο δεματιασμένο και στοιβαγμένο. Στοίχοι ισχνού καλαμποκιού που πολεμούν να τους δει ο ήλιος γεμίζουν τα κενά ανάμεσα στις στοίβες˙ αποτέλεσμα ενδιάμεσης καλλιέργειας. Ωστόσο, το κεχρί κατασυντρίβει τους ισχνούς καυλούς του καλαμποκιού. Οχτώ στρέμματα δε φτάνουν για έναν εργένη σαν ελόγου μου. Την πρωτοπρόσεξα ήδη όταν απολύθηκα από το στρατό, πέρσι. Δεν είναι καμία καλλονή, αλλά ούτε εγώ είμαι κάνας ομορφονιός. Όχι ότι είναι άσχημη, αλλά ούτε εγώ είμαι άσχημος. Ήταν ψηλόλιγνο κι άχαρο κοριτσάκι όταν έφυγα, και τώρα είναι τόσο ώριμη και σφριγηλή. Μ’ αρέσουν οι σφριγηλές γυναίκες. Θα κουβαλήσω το κεχρί μου σπίτι σήμερα τα’ απόγευμα. Το ρολόι μου, Ντάιαμοντ, φτιαγμένο στη Σανγκάη, που κάθε μέρα είκοσι δευτερόλεπτα μπρος, λέει 11:03. Λίγες ημέρες νωρίτερα έβαλα την ώρα σύμφωνα με το ραδιόφωνο, έτσι στην πραγματικότητα είναι έντεκα ακριβώς. Μπορώ να πάω σπίτι με το πάσο μου.
            Ο Γκάο Μα αισθάνθηκε βαθύ οίκτο καθώς έστεκε κρατώντας το δρεπάνι και κρυφοκοίταζε την Τζίντζου, που δούλευε με την ίδια συγκέντρωση που ‘χανε οι καρακάξες καθώς κυνηγιόνταν από πάνω, με τον μοναχικό σπουργίτη από πίσω τους. Ο Γκάο Μα δεν ήξερε ότι κάποιος ήταν πίσω της. Είχε ένα μικρό κασετόφωνο στην τσέπη του κι άκουγε μουσική μ’ ακουστικά. Οι σχεδόν τελειωμένες μπαταρίες παραμόρφωναν τον ήχο. Αλλ’ ήταν καλή μουσική, κι αυτό μετρούσε. Μια κοπέλα είναι σαν ανθός. Η ράχη της Τζίντζου ήταν φαρδιά κι επίπεδη, και τα μαλλιά της υγρά. Κοντανάσαινε.
            Ο καλόκαρδος Γκάο Μα έβγαλε τα’ ακουστικά και τα στέριωσε στο λαιμό του, όπου η παραμορφωμένη μουσική ακουγόταν ακόμα. «Τζίντζου», είπε σιγανά. Ο λαιμός του τον φαγούριζε από τις δονήσεις  απ’ τη μουσική που ‘βγαινε από τα σπογγώδη ακουστικά. Σήκωσε το χέρι και τα ‘φτιαξε.
            Εκείνη ίσιωσε αργά το κορμί της, με το ιδρωμένο, σκονισμένο της πρόσωπο ανέκφραστο. Κρατούσε ένα δρεπάνι στο δεξί χέρι κι ένα δεμάτι κεχρί στο αριστερό. άφωνη κοίταξε κατάματα τον Γκάο Μα, που ‘χε σαγηνευτεί από την καμπύλη του στήθους της κάτω από τις τσέπες ενός κουρελιασμένου ξεθωριασμένου κυανού χιτωνίου. Την κοιτούσε βουβός. Η Τζίντζου έριξε το δρεπάνι της, χώρισε το κεχρί σε δύο δεμάτια και το απίθωσε καταγής. Ύστερα πήρε ένα κομμάτι κανναβόσχοιχο κι έδεσε τα δεμάτια.
«Τζίντζου, γιατί το κάνεις αυτό μονάχη;»
«Ο αδελφός μου πήγε στην αγορά», αποκρίθηκε σιγανά, σκουπίζοντας το πρόσωπό της με το μανίκι της και χτυπώντας με τη γροθιά της τη μέση της. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό από τον ιδρώτα. Βρεμένα μαλλιά ήταν κολλημένα στα μηλίγγια της.
«Έπαθες κράμπα στο πλευρό;»


Μο Γιαν, Οι μπαλάντες του σκόρδου