Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Το χανζαπλάστ

Φθάνω στο σπίτι και πετυχαίνω στην είσοδο της πολυκατοικίας δύο γυμνασιοκόριτσα. Και χαιρετιόμαστε. Μ’ αρέσουν οι μικρές πόλεις που μπορείς να λες μία καλησπέρα σε κάποιον άγνωστο χωρίς να σε κοιτάει λες και είσαι τρελός. Δεν περνάνε 5-10 λεπτά, «ντριν» το κουδούνι. Κοιτάω απ’ το ματάκι γιατί δεν περιμένω κάποιον. Βλέπω τα κορίτσια και ανοίγω. Μου ζητάνε ευγενικά συγνώμη και ρωτάνε αν τυχόν έχω χανζαπλάστ. Έχει «χτυπήσει» τη μία το παπούτσι, την πονάει το πόδι και δεν έχουν χανζαπλάστ. Τους φέρνω και βάζω και σε λίγο βαμβάκι μπεταντίν για να βάλει στην πληγούλα. Το ταμπονάρει απαλά και με παιδική αφέλεια μου δίνει το βαμβάκι με το μπεταντίν και το αίμα, στο χέρι και βάζει το χανζαπλάστ. Τους δίνω κι άλλο ένα μήπως ξεκολλήσει το πρώτο, μ’ ευχαριστούν και φεύγουν. Κυκλοφορώ στο σπίτι όλο το απόγευμα μ’ ένα ηλίθιο χαμόγελο χαράς στα χείλη! Γιατί δεν παίζουν τα παιδιά στη γειτονιά συχνότερα; Γιατί δε μου χτυπάει η γειτόνισσα να ζητήσει αν λεμόνι;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου