Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Σκόρδα Κίνας

Πάω στο σούπερ μάρκετ και αγοράζω σκόρδα Κίνας. Τέλεια στην όψη, με δύο ευρώ. Είναι τα μοναδικά σκόρδα στο μανάβικο και απορώ. Γιατί δεν υπάρχουν ντόπια; Γιατί τέτοιο "μονοπώλιο", όπως τα λεμόνια Αργεντινής το κατακαλόκαιρο; Πως και φθάνουν μέχρι εδώ από τόσο μακριά; Είναι πολλά τα δύο ευρώ; Και ξενερώνω.
Έχω ξεμείνει από βιβλία και παραγγέλνω του Μο Γιάν, που πέρσι βραβεύτηκε με Νόμπελ λογοτεχνίας, τις μπαλάντες του σκόρδου. Στην πρώτη σελίδα απογοητεύομαι γιατί πρόκειται για μετάφραση της μετάφρασης. Δηλαδή μετάφραση στα πλουσιότερα ελληνικά από τα φτωχότερα αγγλικά, από τα πλουσιότερα (τουλάχιστον σε νοήματα, αν όχι και σε λεξιλόγιο) κινέζικα. Αλλά δεν εγκαταλείπω. Διαβάζω για τη ζωή των αγροτών που καλλιεργούν (σχεδόν αποκλειστικά) σκόρδα σε μία επαρχία της σύγχρονης Κίνας.

       «Οι καυλοί του σκόρδου είχαν πουληθεί όλοι, και βολβοί κρέμονταν σε πλεξούδες από τα γείσα. Ύστερα ήρθε η συγκομιδή του κεχριού, που τ' άπλωσαν να ξεραθεί προτού τ' αποθηκέψουν σε κάδους και βαρέλια. Τ' αλώνι μπροστά στο σπίτι της τέταρτης θείας είχε καθαριστεί πια, το σούρουπο, κι ευωδιαστές θημωνιές υψώνονταν σκοτεινές κάτω απ' το λαμπύρισμα των αστεριών. Τ' αεράκι του Ιούνη, που ερχόταν από τους αγρούς, έκανε τη φλόγα του φαναριού να χορεύει κι ας ήταν μες στο γυαλί, που απάνω του χτυπούσαν πράσινες νυχτοπεταλούδες με θόρυβο˙ τικ τικ τικ. Κανένας δεν το πρόσεχε αυτό, πέρα από τον Γκάο Μα.» [...]
«Είμαι ξαπλωμένος στο καλαμποκοχώραφο ατενίζοντας σύννεφα σμιλεμένα από τα κοφτερά φύλλα επάνω από το κεφάλι μου. Τα σύννεφα χάνονται κι ο ουρανός είναι καθαρός˙ η ράχη μου φουσκαλιάζει πάνω στη φρυγμένη από τον ήλιο γη. Λευκός οπός μαζεύεται σε στάλες και κρέμεται από χνουδάτες ίνες, διστάζοντας να πέσει στη γη, σαν τα δάκρυα στα ματόκλαδά της...το κεχρί κυματίζει, έπειτα ακινητεί όταν ο αγέρας παύει. Οι ώριμοι καυλοί σκύβουνε χαμηλά και δύο καρακάξες πετούν κρώζοντας στριγκά, η μία τσιμπώντας την ουρά της άλλης. Ένας περίεργος σπουργίτης τις ακολουθεί, ανακατώνοντας τη φωνή του με τις δικές τους. Μυρωδιά φρέσκου σκόρδου γεμίζει τον αέρα.
            Η Τζίντζου είναι μοναχή στον αγρό, κόβει σκυφτή το κεχρί, ρίχνοντας το ένα χερόβολο μετά τ’ άλλο ανάμεσα στα πόδια της, όπου θροΐζουνε βαριά, πέφτουνε καταγής και κουλουριάζονται σαν φουντωτή κίτρινη ουρά. Το δικό μου κεχρί είναι όλο δεματιασμένο και στοιβαγμένο. Στοίχοι ισχνού καλαμποκιού που πολεμούν να τους δει ο ήλιος γεμίζουν τα κενά ανάμεσα στις στοίβες˙ αποτέλεσμα ενδιάμεσης καλλιέργειας. Ωστόσο, το κεχρί κατασυντρίβει τους ισχνούς καυλούς του καλαμποκιού. Οχτώ στρέμματα δε φτάνουν για έναν εργένη σαν ελόγου μου. Την πρωτοπρόσεξα ήδη όταν απολύθηκα από το στρατό, πέρσι. Δεν είναι καμία καλλονή, αλλά ούτε εγώ είμαι κάνας ομορφονιός. Όχι ότι είναι άσχημη, αλλά ούτε εγώ είμαι άσχημος. Ήταν ψηλόλιγνο κι άχαρο κοριτσάκι όταν έφυγα, και τώρα είναι τόσο ώριμη και σφριγηλή. Μ’ αρέσουν οι σφριγηλές γυναίκες. Θα κουβαλήσω το κεχρί μου σπίτι σήμερα τα’ απόγευμα. Το ρολόι μου, Ντάιαμοντ, φτιαγμένο στη Σανγκάη, που κάθε μέρα είκοσι δευτερόλεπτα μπρος, λέει 11:03. Λίγες ημέρες νωρίτερα έβαλα την ώρα σύμφωνα με το ραδιόφωνο, έτσι στην πραγματικότητα είναι έντεκα ακριβώς. Μπορώ να πάω σπίτι με το πάσο μου.
            Ο Γκάο Μα αισθάνθηκε βαθύ οίκτο καθώς έστεκε κρατώντας το δρεπάνι και κρυφοκοίταζε την Τζίντζου, που δούλευε με την ίδια συγκέντρωση που ‘χανε οι καρακάξες καθώς κυνηγιόνταν από πάνω, με τον μοναχικό σπουργίτη από πίσω τους. Ο Γκάο Μα δεν ήξερε ότι κάποιος ήταν πίσω της. Είχε ένα μικρό κασετόφωνο στην τσέπη του κι άκουγε μουσική μ’ ακουστικά. Οι σχεδόν τελειωμένες μπαταρίες παραμόρφωναν τον ήχο. Αλλ’ ήταν καλή μουσική, κι αυτό μετρούσε. Μια κοπέλα είναι σαν ανθός. Η ράχη της Τζίντζου ήταν φαρδιά κι επίπεδη, και τα μαλλιά της υγρά. Κοντανάσαινε.
            Ο καλόκαρδος Γκάο Μα έβγαλε τα’ ακουστικά και τα στέριωσε στο λαιμό του, όπου η παραμορφωμένη μουσική ακουγόταν ακόμα. «Τζίντζου», είπε σιγανά. Ο λαιμός του τον φαγούριζε από τις δονήσεις  απ’ τη μουσική που ‘βγαινε από τα σπογγώδη ακουστικά. Σήκωσε το χέρι και τα ‘φτιαξε.
            Εκείνη ίσιωσε αργά το κορμί της, με το ιδρωμένο, σκονισμένο της πρόσωπο ανέκφραστο. Κρατούσε ένα δρεπάνι στο δεξί χέρι κι ένα δεμάτι κεχρί στο αριστερό. άφωνη κοίταξε κατάματα τον Γκάο Μα, που ‘χε σαγηνευτεί από την καμπύλη του στήθους της κάτω από τις τσέπες ενός κουρελιασμένου ξεθωριασμένου κυανού χιτωνίου. Την κοιτούσε βουβός. Η Τζίντζου έριξε το δρεπάνι της, χώρισε το κεχρί σε δύο δεμάτια και το απίθωσε καταγής. Ύστερα πήρε ένα κομμάτι κανναβόσχοιχο κι έδεσε τα δεμάτια.
«Τζίντζου, γιατί το κάνεις αυτό μονάχη;»
«Ο αδελφός μου πήγε στην αγορά», αποκρίθηκε σιγανά, σκουπίζοντας το πρόσωπό της με το μανίκι της και χτυπώντας με τη γροθιά της τη μέση της. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό από τον ιδρώτα. Βρεμένα μαλλιά ήταν κολλημένα στα μηλίγγια της.
«Έπαθες κράμπα στο πλευρό;»


Μο Γιαν, Οι μπαλάντες του σκόρδου

1 σχόλιο:

  1. Τελικά, μπορεί η μετάφραση να είναι μέτρια, αλλά το θέμα ήταν συγκλονιστικό...ίσως το απόσπασμα που παρέθεσα να μην ήταν τόσο αντιπροσωπευτικό της κατάστασης που περιγράφεται στο βιβλίο, της απίστευτης φτώχειας, της απίστευτης κομμουνιστικής δικτατορίας της Κίνας και της απίστευτης συμπεριφοράς προς τους αγρότες λες και είναι ζώα για σφαγή...

    ΑπάντησηΔιαγραφή