Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Η Λάμψη



"Η σχιζοφρενική συμπεριφορά είναι πολύ συνηθισμένη στα παιδιά. Είναι αποδεκτή, γιατί εμείς οι ενήλικοι έχουμε συμφωνήσει σιωπηλά πως τα παιδιά είναι παράφρονες. Έχουν αόρατους φίλους. Μπορούν να πάνε να χωθούν στη ντουλάπα όταν το θελήσουν και να αποτραβηχτούν από τον κόσμο. Αποδίδουν ιδιότητες φυλακτού σε μία συγκεκριμένη κουβέρτα, σε ένα αρκουδάκι ή σε μία ψεύτικη τίγρη. Πιπιλάνε το δάχτυλό στους. Όταν ένας ενήλικος βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν, τον θεωρούμε υποψήφιο για το ζουρλομανδύα. Όταν ένα παιδί λέει πως βλέπει ένα γίγαντα στην κρεβατοκάμαρά του ή ένα βρυκόλακα έξω από το παράθυρο, χαμογελάμε με επιείκεια. Υπάρχει μία και μόνο φράση που εξηγεί όλα αυτά τα φαινόμενα που παρουσιάζονται στα παιδιά..."
"Θα μεγαλώσει και θα το ξεπεράσει", είπε ο Τζάκ.
Ο¨Έντμοντς ανοιγόκλεισε τα μάτια του. "Αυτό ακριβώς ήθελα να πω"."

Stephen King, Η Λάμψη.



Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Ειλικρινά, δε μπορώ να διαλέξω ποιός είναι ο καλύτερος χαρακτήρας της ταινίας!













"Am I wrong?"

Πόσο πιο επίκαιρο θα μπορούσε να είναι;

Κι όμως, γράφτηκε γύρω στα 1927...

"Η ανθρώπινη ζωή πορεύεται στον πραγματικό πόνο και στην κόλαση, μόνο όταν δύο εποχές, δύο πολιτισμοί και δύο θρησκείες διασταυρώνονται μεταξύ τους. ένας άνθρωπος τη Αρχαιότητας, αν ήταν υποχρεωμένος να ζήσει στο Μεσαίωνα, θα ασφυκτιούσε στη δυστυχία, όπως κι ένας πρωτόγονος θα ασφυκτιούσε μέσα στον πολιτισμό μας. Υπάρχουν εποχές, όπου μία ολόκληρη γενιά πέφτει ανάμεσα σε δύο τρόπους ζωής και τότε τα αυτονόητα έθιμα, οι μυστικότητες και οι αθωότητες οδηγούνται στην καταστροφή. Φυσικά δεν τα βιώνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Μία φύση σαν τον Νίτσε, υπέφερε τη σημερινή αθλιότητα τουλάχιστον μία γενιά νωρίτερα. Αυτά που υπέφερε έρημος και μόνος και παρεξηγημένος, τα υποφέρουν σήμερα χιλιάδες άνθρωποι."

Χέρμαν Χέσσε
Ο Λύκος της Στέπας

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Beirut - Prenzlauerberg




so alone...i cry but something something...
i came through tonight...just like you....
and all this advice has fallen through....
i watch and wait as...something something...
i watch and wait as i let more time decide....and so alone..
i cry but i could not...something something

Σε όσους μου λείπουν


«Πέθανε στις τρεις τα ξημερώματα στην εντατική. Θυμάμαι τη στολή της νοσοκόμας που ‘χε μία λαδιά στην αριστερή τσέπη και τον καφέ μου που έτρεμε μέσα στο πλαστικό κυπελλάκι του. Η λαδωμένη στολή ξεπρόβαλλε σαν το φάντασμα, με ύφος συμπονετικό, η καημένη κι αυτή. Έσφιξε τα χείλη της. Δεν άντεχα άλλα. Πες το, ρε κοπέλα μου, τι μας κοιτάζεις έτσι, αφού θα το πεις. Τρία μερόνυχτα ορθοστασία με το νεροζούμι στο χέρι, ούτε ζάχαρη, ούτε γάλα. Είχε έρθει η στιγμή. Βούιζε το κεφάλι μου, η καρδιά μου, άντε, πες το. Μας έκανε με τα χέρια της μία κίνηση σαν τέλος, σαν κάτι να κόβεται, το ένα χέρι αριστερά, το άλλο δεξιά και είπε χαμηλόφωνα «Τελείωσε». Άφησα το κυπελλάκι απ’ τα χέρια μου και δεν το κοίταξα καθόλου. Μόνο που βράχηκαν οι αστράγαλοί μου. Η Βάσω έκανε ωχ. Από τα έγκατα της γης.
Στο νεκροτομείο δε μπόρεσα να μπω. Δεν ήθελα να τον δω πεθαμένο. Προσπάθησα μια δυο φορές, αλλά έφυγα τρέχοντας, δεν το άντεχα, έτρεχα πέρα μακριά, χανόμουν στους διαδρόμους κι έβαζα και τα χέρια μου στ’ αυτιά μου, για να μην ακούω, ποιός ξέρει τι. Εγώ ήθελα να του μιλήσω και να μου μιλήσει. Να ‘ναι το χέρι του ζεστό να το πιάσω. Ήθελα να πούμε αστεία, ήθελα να μου σχολιάσει όλους αυτούς που μπαινοβγαίνανε εκείνες τις μέρες, που όλοι νόμιζαν ότι κάτι ξέρουν για το θάνατο, όλοι είχανε κάτι να πούνε, όλοι ξέρανε να δώσουνε κουράγιο ο ένας στον άλλο, όλοι μου χτύπησαν την πλάτη με συμπόνια, όλοι είχανε από μία ιστορία να διηγηθούν γι’ αυτόν, πάρτε, ρε , τα βρωμόχερά σας από πάνω μου, όλοι είχανε τον τρόπο να επιβεβαιώσουν για άλλη μια φορά την ύπαρξή τους, μόνο η Βασούλα πόναγε στ’ αλήθεια, όλους τελικά τους καύλωνε ο θάνατος, μόνο αυτή πάλευε να χαμογελάσει, επιτέλους κάτι κουνιόταν μέσα τους κι αυτό θέλανε να το πούνε, να το δείξουνε, ο φριχτός εγωισμός του ανύπαρκτου, αυτοί ήταν οι ανύπαρκτοι και όχι αυτός που πέθανε. Οι κλαμένες ψυχές τους σερνόντουσαν στους διαδρόμους του νοσοκομείου, τα κακόγουστα παπούτσια τους. Τα λογύδρια του καθένα, τα αποφθέγματα, με τα χέρια δεμένα στην πλάτη και το ύφος του παντογνώστη. Επιτέλους είχε ένα νόημα η ύπαρξή τους, δεν ήταν πια ο μπακάλης ή ο μανάβης ή ο φαρμακοποιός ή ο γιατρός ή απλώς και μόνο ο καριολόπουστας. ήταν γνωστοί του νεκρού, συγγενείς του, φίλοι του, ήταν κάτι επιτέλους. Ο προβολέας επάνω τους. Τίγκα στο φως. Αλλά για πόσο; Μέχρι να τον θάψουμε, μέχρι να του πετάξουμε από ένα λουλούδι ή λίγο χώμα, άντε μέχρι να πιούμε κι έναν τούρκικο, και μετά πάλι πίσω, πίσω γρήγορα, ουστ, πίσω στα παιδιά σας που το βράδυ αργούνε κι εσείς τρέμετε από το άγχος, κακάσχημε Παπαχρήστο, πίσω στα σπίτια σας, στα χαλασμένα υδραυλικά, στα μπλέντερ, στις φιλότιμες προσπάθειες, φιλάκια, σας φιλώ, φιλάκια, να κάνουμε και καμιά γενική αίματος πού και πού, άντε στα σπιτάκια σας τώρα, η θετική ενέργεια σας μάρανε, εγώ δεν πρόκειται να ξεκολλήσω τη μούρη μου από το πάτωμα, φύγετε, πες του Αντωνάκη σου να πάρει τα κουλά του από πάνω μου, φιλάκια λέω, μ’ αρέσει ρε χριστιανή μου να σέρνομαι στο πλακάκι του νοσοκομείου, μ’ αρέσει, θα το γλύψω κιόλας, άντε για ύπνο τώρα, ουστ κάτω από το ζεστό πάπλωμα, να τρίψετε τις πατούσες σας τη μία με την άλλη, να φτύσετε στον κόρφο σας, να χτυπήστε τα ξύλα σας, να ζήσετε πολλά χρόνια και να τον θυμάστε, αγκαλιά με πορίσματα για το θάνατο και τη ζωή, με φιλοσοφίες του κώλου, μόνο και μόνο για λίγη ησυχία, για λίγη ανακούφιση από την «πουτάνα» τη ζωή, που παύει να είναι πουτάνα μόλις κάποιος πεθάνει, μόνο τότε, μόνο εκείνη τη στιγμή που σε πιάνει η ψυχή σου, όχι επειδή κάτι έχασες, αλλά επειδή στο τσακ τη γλίτωσες εσύ.
Να βουτήξεις κι εσύ μέσα στον τάφο, να τραβήξεις έξω το πτώμα, να το πλακώσεις στα φιλιά, στα χαστούκια, στα χάδια, μπας και ξυπνήσει, να ουρλιάξεις, να σιωπήσεις, να κλάψεις, να κρατηθείς να μην κλάψεις, όλα μάτια. Και κατεβαίνει το φέρετρο. Ρίξε άγκυρα, καραβάκι μου. Γκουπ. Αναρωτιόμουν αν ο παπάς έχει μεγάλη ψωλή, προσπαθούσα να καταλάβω αν είναι αδερφή, κοίταζα τη Μαρουσώ αν της φαινόταν ο καρκίνος, ο Γιωργάκης ήταν ολόιδιος ο πατέρας του, τα αδέρφια, τα ξαδέρφια, όλοι βγαλμένοι απ’ το ίδιο καλούπι, φοβερό, σαν όμως να τους έφτιαχνε ερασιτέχνης θεός, αυτοδίδακτος, που του στραβοχύθηκαν και είπε, δε βαριέσαι. Γίδια, ασχημόσογο, μόνο αυτός τους ξέφυγε.
Ήταν μια σοβαρή κηδεία, παγωμένη, απλή, δε λιποθύμησε κανείς και η μανούλα του κρατήθηκε με πού κόπο και κουράγιο, χωρίς να κλάψει καθόλου, μόνο κάποια στιγμή ψιθύρισε ένα «αγάπη μου», σκέτο, έτσι όπως του άξιζε να είναι, μόνο μία λέξη, αυτό είναι η αγάπη, όπως και ο θάνατος, όπως και η ζωή, και όλες οι προσπάθειες για να τους δώσεις νόημα είναι κινήσεις απελπισίας, του ναυαγού οι χαιρετούρες, κάτι μπράτσα που κουνιούνται πάνω κάτω, κάτι στόματα που ανοιγοκλείνουν και λένε συνήθως μαλακίες, κάτι σώματα που παλεύουν να μπουν το ένα μέσα στο άλλο, κάτι φωνές, μια άχρηστη βαβούρα, που πάντα καταλήγει στο νεκροταφείο, και αναγκάζεται επιτέλους να το βουλώσει, να σκάσει και να καρφώσει τα μάτια στο κενό, να πάψει να ακούει τον εαυτό της και να ακούσει το χραπ από το φτυάρι και το χραπ από το χώμα που σκάει πάνω στην κάσα, σαν μια τελευταία μούντζα πάνω στον άνθρωπο, παρ’ τα. Μου ‘θελες και περιπέτειες.
Μετά την κηδεία έπρεπε εγώ να πάω στο νοσοκομείο να πάρω τα πράγματά του. Τις πιτζάμες του, τα βιβλία του. Δεν είχε και πολλά. Τα γυαλιά του, κάτι παντόφλες που δε φόρεσε ποτέ, αφού δε σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Την πράσινη οδοντόβουρτσα. Ω ρε Χριστέ μου! Τα ‘βαλα όλα σε μία σακούλα και γύρισα σπίτι μου. Ήθελα να τον πάρω τηλέφωνο, ήθελα να του πω για τη κηδεία του, ήθελα πολλά να του πω. Αν θα βγαίναμε καμιά βόλτα το βράδυ, αν είχε όρεξη, δεν ξέρω. Πιο πολύ απ’ όλα ήθελα να τον ξαναδώ. Και είχα μπροστά μου αυτή τη τη σακούλα. Καφέ, με σκούρα γράμματα, σαν σκατά ήτανε. Θα τα φυλάξω όλα.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Παντελής, συλλυπητήρια. Τώρα το ‘μαθα. Ναι, ρε Παντελή. Εντάξει. Ξέρεις, μου λέει, τον συνάντησα τυχαία πριν από λίγες μέρες, απίστευτό είναι, φαινόταν μια χαρά. Είπαμε και για σένα. Εκεί, Βουκουρεστίου, έξω από το Μπραζίλιαν. Απίστευτό. Δεν υπάρχει τίποτα απίστευτο τελικά, ρε Παντελή, το λες και το ξαναλές. Τι το λες και το ξαναλές.»

Λένα Κιτσοπούλου, Νυχτερίδες (διηγήματα)
            

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Δομιτίλα Γιάρα


 Χρόνια αργότερα πέθανε η Δομιτίλα Γιάρα, η εκκλησάρισσα που ζούσε απέναντι από την τσιτσερία της Ανχέλικα Μερσέδες, η Δομιτίλα Γιάρα, η πιστή που κυκλοφορούσε πάντα μαυροντυμένη με το πρόσωπο καλυμμένο με βέλο και σκούρες νάιλον κάλτσες, η μοναδική θρήσκα που γεννήθηκε στη συνοικία. Περνούσε η Δομιτίλα Γιάρα και οι Μανγκατσέροι, γονατιστοί, της ζητούσαν την ευλογία της: εκείνη μουρμούριζε μερικές προσευχές, τους σταύρωνε στο μέτωπο. Είχε μία εικόνα της Παρθένου τυλιγμένη με σελοφάν, με ροζ, γαλάζιες και κίτρινες κορδέλες που ήταν σαν κόμη. Από την εικόνα κρέμονταν κάτι λουλούδια από σύρμα και σερπαντίνες και, κάτω από την πληγωμένη καρδιά του Ιησού, έβλεπες μία προσευχή γραμμένη στο χέρι, φυλακισμένη σε μία τενεκεδένια κορνιζούλα. Η εικόνα λικνιζόταν στην κορυφή ενός σκουπόξυλου και η Δομιτίλα Γιάρα την κουβαλούσε πάντα μαζί της, υψωμένη, σαν λάβαρο. Όπου υπήρχαν γέννες, θάνατοι, αρρώστιες, συμφορές, έσπευδε η θρήσκα με την εικόνα και τις προσευχές της. Από τα ρυτιδιασμένα δάχτυλά της κρέμονταν ως το πάτωμα ένα ροζάριο με χάντρες τεράστιες, σαν κατσαρίδες. Έλεγαν ότι η Δομιτίλα Γιάρα είχε κάνει θαύματα, ότι μιλούσε με αγίους και, τις νύχτες, μαστιγωνόταν. Ήταν φίλη του πατέρα Γκαρσία και πολλές φορές έκαναν μαζί περίπατο, αργοκίνητοι και σκυθρωποί, στην πλατειούλα Μερίνο και στη λεωφόρο Σάντσες Σέρο. Ο πατήρ Γκαρσία ήρθε στην αγρύπνια της θρήσκας. Δεν κατάφερνε να μπει, με σκουντιές παραμέριζε τους Μανγκατσέρους που ήταν συνωστισμένοι μπροστά στην παράγκα, και ήδη μουρμούριζε όταν κατάφερε να φτάσει στο κατώφλι. Είδε τότε τα μέλη της ορχήστρας να παίζουν θλιμμένα πλάι στη νεκρή. Έχασε το μυαλό του: τρύπησε το τύμπανο του Μπόλας με μία κλοτσιά και θέλησε να σπάσει την άρπα και να ξεριζώσει τις χορδές της κιθάρας, και, εν τω μεταξύ, στον δον Ανσέλμο, «βδέλυγμα της Πιούρα», «αμαρτωλέ», «δρόμο από δω». «Μα, πάτερ», ψέλλιζε ο αρπιστής, «παίζαμε προς τιμήν της», και ο πατήρ Γκαρσία «βεβηλώνετε ένα αγνό σπίτι», «αφήστε ήσυχη τη νεκρή». Και οι Μανγκατσέροι τελικά ξεσηκώθηκαν, δεν ήταν σωστό, πρόσβαλλε κατάμουτρα το γέρο, δεν το επέτρεπαν. Και τελικά μπήκαν οι ανίκητοι, σήκωσαν τον πατέρα Γκαρσία στα χέρια και οι γυναίκες αμαρτία, αμαρτία, όλοι οι Μανγκατσέροι θα καίγονταν στο πυρ το εξώτερο. Τον πήγαν μέχρι τη λεωφόρο, καθώς αυτός χτυπιόταν στον αέρα σαν ταραντούλα, και τα πιτσιρίκια φώναζαν «εμπρηστή, εμπρηστή, εμπρηστή». Ο πατήρ Γκαρσία δεν ξαναπάτησε το πόδι του στη Μανγκατσερία και, από τότε, αναφέρει από τον άμβωνα τους Μανγκατσέρους ως παραδείγματα προς αποφυγήν.

Μάριο Βάργκας Λιόσα
Το Πράσινο Σπίτι

The sailing tomatoes - Δρόμος

Beirut - Vagabond

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Το άλογο του Τορίνου


Θα ήθελα να κακολογήσω μία ταινία (του κατά τ’ άλλα εξαιρετικού Ούγγρου Μπέλα Ταρ) που είδα χθες και τελικά αποφάσισα ότι δεν μου άρεσε (και να δώσω τροφή για νέο βιδεάκι στον Μπραφ, που είναι πάντα τόσο κομψός όταν σχολιάζει ό,τι του κινεί το ενδιαφέρον!). 
Βρισκόμαστε στα 1889 και η ταινία περιγράφει τη ζωή ενός φτωχού καροτσέρη. Ζει με την κόρη του σ’ ένα σπίτι που έχει τα απολύτως απαραίτητα 
έπιπλα: δύο κρεβάτια, ένα τραπέζι, δύο καρέκλες και μία ξυλόσομπα. Μοναδική πηγή εισοδήματος είναι το άλογό του που του εξασφαλίζει το καθημερινό γεύμα, δηλαδή μία βραστή πατάτα για τον καθένα. Σε μία σχεδόν πρωτόγονη κατάσταση, χωρίς ηλεκτρικό και νερό (φυσικά), οι καθημερινές ασχολίες περιλαμβάνουν (συν τοις άλλοις) το τάισμα του αλόγου, το άναμμα της σόμπας, το κουβάλημα νερού από το πηγάδι και το άναμμα του λαδοφάναρου όταν σκοτεινιάζει. Νομίζω ότι μετά από αυτά έχετε φανταστεί περίπου το σπίτι. Ξεκινάει, λοιπόν, η κόρη, να πάει να φέρει νερό. Πλησιάζει στην πόρτα, κάνει να την ανοίξει, και τι να δω: η πόρτα έχει χερούλι με κλειδαριά τέτοιου τύπου 


Ίσως όχι τόσο καλογυαλισμένο, αλλά τέτοιου τύπου. Τέτοια σκηνοθετικά λάθη μπορούν να με τρελάνουν! Ρε φιλαράκι, πλάκα με κάνεις; Η γιαγιά μου στο χωριό το 1990 είχε μάνταλο στην πόρτα και μία τρύπα από κάτω στην οποία χωρούσε ένα τέτοιο κλειδί


και «κλείδωνε» κι αυτός το 1889 είχε και κλειδαριά σύγχρονη;;;;;; Εντόπισα κι άλλα (τέτοιου τύπου) λάθη και ξενέρωσα. Δηλαδή, λίγο ακόμα και θα σήκωνε το χέρι του ο καροτσέρης για να κοιτάξει κάνα τέτοιο ρολόι 


Ήμαρτον!
Η ταινία κατά τ’ άλλα έχει εξαιρετική φωτογραφία και εξαιρετικό ήχο-φόντο (τον μανιασμένο αέρα), κι εξαιρετικές ερμηνείες.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Ο θερμοσίφουνας


Πρώτο έτος, πρώτος μήνας στο νέο μου σπίτι. Το σπίτι με τους εκατομμύρια συμβολισμούς και όνειρα. Εκείνο που συμβόλιζε την ανεξαρτησία κι ενηλικίωσή μου και στο οποίο ονειρευόμουν τη μέρα που θα είμαι μία διπλωματούχος επιστήμων!
            Είχα πάει εκείνο το Σεπτέμβρη μόνη, να βρω σπίτι σε μία εντελώς άγνωστη πόλη γιατί οι γονείς μου δούλευαν και δε μπορούσαν να ‘ρθούν. Φρόντισαν, ωστόσο, να με στείλουν «συστημένη» στην Κα Ρούλα που ήταν σύζυγος ενός συγχωριανού και ζούσαν με την οικογένειά τους εκεί. Η Κα Ρούλα «παίζει» να είναι ο πιο ανιδιοτελής άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Ανέλαβε να με βοηθήσει στην ανεύρεση σπιτιού και το κατάφερα, αφού απ’ όσα βρήκα, τελικά επέλεξα ένα που εντόπισε εκείνη. Κοντά στο φαρμακείο που δούλευε, γκαρσονιέρα σε πολυκατοικία φάτσα σε μία ωραιότατη πλατεία και μόλις 45.000 δρχ! Κελεπούρι!
            Δύο μειονεκτήματα είχε αυτό το σπίτι, ένα εκ των οποίων συνέβαλλε τα μέγιστα στην αυτοπεποίθηση που έχω σήμερα να λύσω κάθε πρόβλημα που παρουσιάζεται. Αυτό ήταν ο ιδιοκτήτης. Ένας κωλόγερας οκτακοσίων ετών, με 22 βαθμούς μυωπία (ουσιαστικά ημίτυφλος), πρώην εφοριακός. Εκείνο τον πρώτο μήνα, λοιπόν, χάλασε ο – επίσης οκτακοσίων ετών – θερμοσίφουνας. Ω, μάνα μου! Ο σπαγγοραμένος ημίτυφλος πρώην εφοριακός ήθελε να τον πληρώσω εγώ! Τελικά, με τη βοήθεια του θεόσταλτου στόματος της Κας Ρούλας που τον συμβούλευε ότι «τα σάβανα δεν έχουν τσέπες», καταλήξαμε σε συμβιβασμό. Θα τον πληρώναμε μισό-μισό. Μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις ωστόσο, είχα μείνει χωρίς ζεστό νερό. Η Ελίζα ήταν μία από τις πρώτες μου φιλίες στη σχολή και πήγαινα σπίτι της να ξεβρωμίζω μέχρι να λυθεί το θέμα.
            Η Ελίζα, λοιπόν, με είχε καταπλήξει από την αρχή σχετικά με το εξής. Θυμόταν διάφορες απίστευτες λεπτομέρειες από την παιδική μας ηλικία. Όπως, για παράδειγμα, το κινούμενο σχέδιο «Φρου-Φρου». Δε φτάνει που θυμόταν τον Φρου-Φρου σαν όνομα, αλλά θυμόταν και υπόθεση και ατάκες και πόσο χρονών ήμασταν όταν το βλέπαμε. Θυμόταν το εξώφυλλο και μαθήματα απ’ το αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού κι άλλα τέτοια απίθανα πράγματα!
            Πρόσφατα – κι ελπίζω να μην επαναλαμβάνομαι! – έκλεισα τα τριάντα. Εδώ και κάμποσο καιρό όμως, έχω αρχίσει να θυμάμαι κι εγώ κάποιες τρελές λεπτομέρειες της παιδικής ηλικίας. Όπως το τσιφτετέλι που είχε χορέψει μία σεξουλιάρα συμμαθήτρια στο νηπιαγωγείο και της είχαμε δει όλοι το βρακί. Ή η «σκασιά» που είχα φάει στην πρώτη δημοτικού και το κεφάλι μου βρέθηκε με φόρα, λίγα εκατοστά δίπλα από ένα καρφί που βρισκόταν στην αυλή. Ή η κακή φάρσα που είχε κάνει όλη η τάξη στην Τετάρτη ή Πέμπτη δημοτικού σε μία νέα συμμαθήτρια επειδή ήταν αλλοδαπή (ακόμα νιώθω άσχημα γι’ αυτό. Και άλλα πολλά…
            Γιατρέ μου, είναι σοβαρό;   

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Κυτταρίτιδα


Ήταν ένα καυτό Κυριακάτικο πρωινό του Ιουλίου. Μια αχτίδα φωτός τρύπωνε από το κουρτινάκι του φεγγίτη κι έλουζε τα καστανά μου μαλλιά. Περιδιαβαίνοντας στο όμορφο πρόσωπό μου, άγγιξε τις πλούσιες βλεφαρίδες. Το φως με ξύπνησε και συνειδητοποίησα ότι είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα, αφού η θερμοκρασία ήταν ήδη πολύ ψηλά. Τον τελευταίο καιρό κι εξαιτίας – πάντα – της ζέστης, κοιμόμουν κάθε βράδυ γυμνή (σας έχω φτιάξει, έτσι;). σηκώθηκα, έριξα κάτι πάνω μου |(μη με πετύχει και κάνας συμπέθερος και κολασθεί) και άρχισα να ετοιμάζω το πρωινό μου. Ψωμί με ταχίνι και μέλι και φρεσκοστιμμένο χυμό πορτοκάλι – βερίκοκο (τι λέω η ρουφιάνα;). αγουροξυπνημένη, αλλά ξέγνοιαστη…λόγω άγνοιας…
     Είχαμε πρόσφατα μετακομίσει στο νέο σπίτι και συμπληρώναμε σιγά-σιγά ό,τι έλειπε σε έπιπλο και σκατολοΐδι. Εδώ και μέρες σκεφτόμουν να φέρω τον καθρέφτη από την αποθήκη, αλλά το αμελούσα. Χρησιμοποιούσα αυτόν του μπάνιου που μου έφτανε μέχρι το λαιμό. Ω, τι ευτυχισμένες μέρες που ήταν εκείνες! Τι ανέμελες! Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι ήρθε η ώρα να βάλω τον καθρέφτη. Τι τραγικό λάθος! Πόσο μετανιώνω τώρα για την άμυαλη αυτή πράξη μου! Τι δεν θα έκανα για να γύριζα το χρόνο πίσω (και άλλα σχετικά). Ο μεγάλος, ολόσωμος καθρέφτης τοποθετήθηκε δίπλα στη ντουλάπα, κάτω απ’ το άπλετο φυσικό φως της μέρας που έμπαινε απ’ το φεγγίτη (είχα τραβήξει το κουρτινάκι). Ωιμέ! Τότε μου αποκαλύφθηκε το τραγικό εκείνο γεγονός που θ’ άλλαζε για πάντα τη ζωή μου.η πραγματικότητα ήρθε και με χτύπησε όποως χτυπάει το μπαλάκι ο Φέντερερ σκοράροντας τον τελευταίο νικητήριο πόντο (ουάου, ακόμα κι εγώ εξεπλάγην!). μεγάλη έκταση των ποδιών και των οπισθίων μου καλυπτόταν από σιχαμερή, αποτρόπαιη και ακαλαίσθητη κυτταρίτιδα! Τι είχε συμβεί; Τι είχε αλλάξει; Πως συνέβη κάτι το ανείπωτο; Μέχρι πέρσι, χρειαζόταν κανείς μικροσκόπιο για να εντοπίσει την εξαιρετικά μικρής έκτασης κυτταρίτιδα στις μοναδικές καμπύλες του σώματός μου, τα οπίσθια. Τι είχε αλλάξει φέτος; Και γιατί σε τέτοιο βαθμό;
    Παρανοϊκές σκέψεις για παράλληλα σύμπαντα στα οποία καταναλώνω τερατώδεις ποσότητες χάμπουργκερ και κόκα-κόλας άρχισαν να με καταδιώκουν. Έχασα τον ύπνο μου, την όρεξη μου για ζωή. Μετά από πολλή υπερανάλυση με τον εαυτό μου και με φίλες και μετά από πολλή έρευνα σε επιστημονικά έγκυρες και έγκριτες ιστοσελίδες σχετικά με την κυτταρίτιδα διάφορων εγχώριων αστέρων της σόουμπιζ, συνειδητοποίησα ότι παρότι φέτος είχα χάσει δύο κιλά (ναι, γίνεται και αυτό…) και δεν είχα αλλάξει τις διατροφικές μου συνήθειες, είχαν συμβεί δύο οριζόντιες τομές στην καθημερινότητά μου. Πρώτον, είχα κλείσει τα τριάντα, και δεύτερον, είχα σταματήσει το πιλάτες μετά από πέντε χρόνια πιστής άσκησης.
       Ένας μόνο τρόπος υπήρχε ν’ απαλλαγώ από την απαίσια «όψη πορτοκαλιού».
 (συνεχίζεται…)

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Τα κορίτσια πάνε πάντα δυο - δυο


Κάποια μέρα, περπατώντας σ’ ένα πεζοδρόμιο, στριμωχτήκαμε μία γιαγιά, δυο πιτσιρίκες κι εγώ. Αίτια ήταν ο συνδυασμός του στενού περάσματος κι ενός ψηλού σκαλιού που είχε εκεί, το οποίο δυσκολευόταν η γιαγιά ν’ ανέβει, οπότε και το «μποτιλιάρισμα». Τα κορίτσια (που πάνε πάντα δυο-δυο) δυσανασχέτησαν και με την αυτοπεποίθηση του νεαρού της ηλικίας, το έδειξαν μ’ έναν – ας πούμε κοροϊδευτικό – τρόπο. Τότε τους απαντάει η γιαγιά «εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ρθεις». Και μιας και το θυμήθηκα, ιδού και το τραγούδι…

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

"ΘΕΩΡΗΜΑ"


Όταν ο «Καρύδας» μου είχε μιλήσει γι’ αυτό το θέμα εκείνο το καλοκαίρι, στο μυαλό μου συνέβη μία αποκάλυψη, μία επιφοίτηση. «Οι σχέσεις πεθαίνουν Μαράκι». Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο συνειδητοποιούσα πόσο δίκιο είχε. Άρχισα να φέρνω στο μυαλό μου παραδείγματα από φίλους και γνωστούς, χωρίς να χρειαστεί να πάω και πολύ μακριά. Μετά πέρασε ο καιρός και ξεχάστηκα κι επιτέλους σταμάτησα να βασανίζω το μυαλό μου, μέχρι που διάβασα αυτό το βιβλίο πρόσφατα, το οποίο επιβεβαίωνε μέσω των τραγικών γεγονότων που περιέγραφε, το παραπάνω «αξίωμα». Ξανάρχισα, λοιπόν, ν’ αναρωτιέμαι, αυτή τη φορά με μία θέληση να ξορκίσω το κακό. Σκέφτηκα ότι δε μπορεί κανείς να είναι τόσο απόλυτος και άλλα σχετικά, μέχρι που έφθασα στην «κάθαρση» των αρχαίων ελληνικών τραγωδιών. Που στο άνεμο ήταν η πολυπόθητη κάθαρση στο βιβλίο που διάβασα; Δεν την βρήκα. Πριν τη διαμόρφωση της «σύγχρονης» ηθικής, τότε πέθαιναν οι σχέσεις ή είναι κι αυτό ένα δημιούργημα της πατριαρχίας; Κι αν οι σχέσεις πεθαίνουν, άρα βρισκόμαστε σ’ έναν ατέρμονο κύκλο δημιουργίας νέων σχέσεων όταν οι προηγούμενες θα έχουν πεθάνει; Α, ρε Μαρία, μας έμπλεξες καλοκαιριάτικα με το βιβλίο σου!


(Μαρία Πετρίτση, "Όλα λάθος")

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Η Χάνα

25 Ιουνίου 2012
     Σήμερα χρειάστηκε να έρθω στην πόλη με το παλιό μου παπάκι, τη Χάνα. Όνομα που της έδωσε η νονά της η Έλλη, από το μηχανάρα-μηχάνα-χάνα. Ένα Yamaha Town Mate 50 κυβικών, με τρεις ταχύτητες, μοντέλο δεκαετίας ’80! Μ’ αυτό το παπάκι πηγαινοερχόμουν καθημερινά στο σχολείο και μ’ αυτό είχαμε μείνει με τη Μάλαμα στην ανηφόρα του Κοντογυαλού κι είχε έρθει ο Σταμάτης με το φορτηγάκι και Χριστοπαναγίες να μας «μαζέψει». Όταν πήρα το επόμενο μηχανάκι, τη Χάνα τη δώρισα στο Σταμάτη να τη χρησιμοποιεί και τη φυλάει ως κόρην οφθαλμού, αφού είχα δεθεί συναισθηματικά μαζί της (αν και ο ίδιος μου την είχε δωρίσει παλιότερα, ενώ την είχε αποκτήσει ως αντάλλαγμα σε είδος, αντί χρηματικής αμοιβής, για μία περγουλιά που είχε φτιάξει). 

     Ξύπνησα, λοιπόν, πρωί-πρωί, γιατί είχα την είχα πάρει από φόβο. Είχα καιρό να την οδηγήσω και όσο να πεις, είναι και μίας κάποιας ηλικίας! Σηκώθηκα νωρίς για να ξεκινήσω νωρίς κλπ κλπ που λέει και ο Λουκιανός και ω! εκ του θαύματος, ήταν μία από τις ωραιότερές μου διαδρομές! Συνειδητοποίησα τα πολλά πλεονεκτήματά της και προσπαθούσα να τα βάλω σε σειρά για να τα γράψω εδώ. Πρώτον! Για την απόσταση των 15 χλμ που διανύω και με τελική τα 55 χλμ/ώρα που πιάνει το παπί, έκανα την ίδια ώρα να φθάσω, όπως και με το σκουτεράκι που πάω με 70. Με τα 55 αισθάνεσαι σαν να πηγαίνεις βόλτα, κι όχι στη δουλειά, αφού πηγαίνεις αρκετά αργά ώστε να προλαβαίνεις ν’ απολαύσεις το ωραιότατο τοπίο και το δροσερό πρωινό. Δεν τσιτώνεσαι για να προλάβεις, ή για να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα επειδή πηγαίνεις σχετικά γρήγορα μ’ ένα καθόλου ασφαλές μέσο. Δεν φοβάσαι τις προσπεράσεις, αφού έχεις τέτοια ταχύτητα με την οποία σε προσπερνάνε τραγικά άνετα όλοι, οπότε δεν αποτελείς «εμπόδιο», ανταγωνιστικό στόχο ή ράλλυ κυνηγητού. Δεν ανεβάζεις αδρεναλίνη προσπαθώντας να φρενάρεις εγκαίρως για να σταματήσεις στο κόκκινο που «γαμώτο» σ’ έπιασε. Αντιθέτως, μέχρι να φθάσεις και να σταματήσεις, έχει ανάψει το πράσινο. Αισθάνεσαι απίστευτα κάλτ, βίντατζ και όλα τα σχετικά, άρα ξεχωριστός. Και τελευταίο, αλλά όχι έλασσον, έχεις ξοδέψεις περίπου 1 με 1,50 ευρώ βενζίνη στα 30 χλμ διαδρομής. Μ’ άρεσε!

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Μιλάμε για τον απόλυτο στίχο!!!





Σε ξέρω από τα παιδικά μου χρόνια, Τζένγκις Χαν
Σε ξέρω πριν να φτάσουνε τα χιόνια, Τζένγκις Χαν
Για την αγάπη πάντα τραβούσες σπαθί
Το πιο όμορφο κορίτσι το είχες εσύ
Κι ήτανε δική σου όλη η Γη

Τζέ Τζέ Τζένγκις Χαν
Σαν τη δική σου ζωή θα 'θελα να ζήσω
Τζέ Τζέ Τζένγκις Χαν
Από το κρασί που ΄χεις πιει δωσ΄ μου να μεθύσω

Κι όπου να περνάω, ουό hο ho ho
Πάντα να μετράω, ha ha ha ha
Να΄μαι σαν κι εσένα, Τζένγκις Χαν
Σε ξέρω από τα χρόνια τα ωραία, Τζένγκις Χαν
Που ερχόσουν κάθε βράδυ στην παρέα, Τζένγκις Χαν
Στα χέρια σου κρατούσες εσύ τη φωτιά
Και είχες μες τα στήθια μεγάλη καρδιά
Που χωρούσαν όλα τα παιδιά.






Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Μεταφυσικές ανησυχίες με λίγη δόση LSD...

Μετά την πιο κορυφαία ταινία όλων των εποχών, δηλαδή το μεγάλο Λεμπόφσκι, έρχεται μία "νέα" (του 2009, αλλά εγώ τώρα την είδα) ταινία να με διχάσει ως προς το ποιά από τις δύο είναι πια η πιο κορυφαία...
και στις δύο παίζει ο Jeff Bridges...τυχαίο;;;



Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Εκείνο το φως...


Αυτό που απομύζησε τη ζωή μου, αυτό που τη μετέτρεψε σε άδειο κέλυφος, πιστεύω πως ήταν κάτι σ’ εκείνο το φως που είδα απ’ το βάθος του πηγαδιού – εκείνο το φως του ήλιου που διείσδυσε μέχρι τον πάτο του πηγαδιού για δέκα με είκοσι δευτερόλεπτα. Ερχόταν εντελώς απροειδοποίητα κι εξαφανιζόταν το ίδιο ξαφνικά. Όμως σ’ εκείνη τη στιγμιαία έκλαμψη φωτός είδα κάτι – είδα κάτι για πρώτη και τελευταία φορά – το οποίο δεν θα ξανάβλεπα όσον καιρό θα ζούσα. Κι έχοντας δει αυτό το κάτι, δεν ήμουν πια το ίδιο πρόσωπο που είχα υπάρξει. […]
…συνέβη να χάσω τη ζωή μου σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο στο παρελθόν και να ζήσω τα σαράντα και πάνω χρόνια που έχουν περάσει από τότε με τη ζωή μου χαμένη. Κι επειδή βρίσκομαι σ’ αυτήν την περίεργη θέση, έχω καταλήξει στην άποψη ότι η ζωή είναι πολύ πιο περιορισμένο πράγμα απ’ όσο φαντάζονται όσοι έχουν εμπλακεί στη δίνη της. Το φως καταυγάζει την πράξη της ζωής για μια ανεπαίσθητη στιγμή – ίσως για μερικά δευτερόλεπτα όλο κι όλο. Εάν φύγει και δεν έχει καταφέρει ν’ αρπάξεις την αποκάλυψη που σου προσφέρει, δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία. Μπορεί να χρειαστεί να ζήσεις την υπόλοιπη ζωή σου μέσα σε απύθμενα βάθη μοναξιάς και τύψεων. Σ’ αυτόν τον κόσμο του μισοσκόταδου δε μπορεί κανείς πια να προσβλέπει σε τίποτα. Το μόνο που έχει στα χέρια του ένα τέτοιο πρόσωπο είναι το μαραμένο πτώμα του τι θα έπρεπε να έχει υπάρξει.

Χαρούκι Μουρακάμι
Το Κουρδιστό Πουλί

Savatage - Damien





Για να θυμηθούμε τα νιάτα μας και να προβληματιστούμε με μία ελεύθερη μετάφραση...


"In this city of raw emotion
What's this message you bring to me
In my world of blind devotion
You were there
But I could never see"

Τζιμάκος...(το σκέφτομαι)

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Λεφτά υπάρχουν....


Σήμερα είχα την πρώτη μου εμπειρία...ναι, ισχύει...η τράπεζα (στο ταμείο κι όχι στο ΑΤΜ) δεν μου έδωσε όλο το ποσό που ζήτησα (και ήταν μικρό) γιατί "δεν είχε έρθει ακόμα η χρηματαποστολή". Ξαναπέρασα το μεσημέρι και ακόμα δεν είχε έρθει...

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

When you get out of jail (ή κάτσε να μπούνε πρώτα...)



προς το τέλος που της έφυγε λίγο το άγχος και αφέθηκε μ' έκανε ν' ανατριχιάσω..εύκολα!
Υ.Γ. Ό,τι να ΄ναι τα μέλη του γκρουπ, ε; Ο πληκτράς; Η ντράμερ; Χαχα!

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Η αλεπού κι λέλεκας


Μια φορά ένας λέλεκας ήθελε να κάνει στην αλεπού τραπέζι. Πήρε λοιπόν έναν κούτρουλα γάλα, το έβαλε πάνω σε μια πέτρα κ’ έβαζε μέσα τη μύτη κ’ έπινε το γάλα. Σαν έβγαζε τη μύτη του όξω για να πάρει την ανάσα του, έσταζε λιγάκι γάλα, το έγλειφε η αλεπού. Σαν ήπιεν ο λέλεκας καλά – καλά το γάλα, είπε στην αλεπού:
- Ήπιες δα, συντέκνισσα γάλα; Χόρτασες;
- Ήπια, λέει, χόρτασα! Και σ’ έχω κ΄εγώ καλεσμένον αύριο να σε φιλέψω.
Έκαναν δα το λόγο τους, ανταμώθηκαν πρωί – πρωί σε μια ράχη. Η αλεπού έφερε κι αυτή έναν κούτρουλα γάλα. Πάει σε μια πλάκα μεγάλη, έπειτα τον χτυπά απάνω, έσπασε, χύθηκε το γάλα πάνω στην πλάκα. Έπιασε η αλεπού το έγλυφε, χτύπαγε κι ο λέλεκας τη μύτη του πάνω στην πλάκα αδιαφόρετα. Ρώτησε δα ύστερα κ’ η αλεπού:
- Έ, σύντεκνε, λέει, ήπιες δα γάλα; Χόρτασες;
- Άμα συντέκνισσα, το έκανες, α!
Τότες η αλεπού του είπε:
- Κατά που μου πούλησες, σύντεκνε, αγόρασες.


Ελληνικά Παραμύθια Εκλογή Γ.Α.Μέγα


Μ' αρέσει το συναίσθημα που βγάζει...