Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Τα κορίτσια πάνε πάντα δυο - δυο


Κάποια μέρα, περπατώντας σ’ ένα πεζοδρόμιο, στριμωχτήκαμε μία γιαγιά, δυο πιτσιρίκες κι εγώ. Αίτια ήταν ο συνδυασμός του στενού περάσματος κι ενός ψηλού σκαλιού που είχε εκεί, το οποίο δυσκολευόταν η γιαγιά ν’ ανέβει, οπότε και το «μποτιλιάρισμα». Τα κορίτσια (που πάνε πάντα δυο-δυο) δυσανασχέτησαν και με την αυτοπεποίθηση του νεαρού της ηλικίας, το έδειξαν μ’ έναν – ας πούμε κοροϊδευτικό – τρόπο. Τότε τους απαντάει η γιαγιά «εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ρθεις». Και μιας και το θυμήθηκα, ιδού και το τραγούδι…

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

"ΘΕΩΡΗΜΑ"


Όταν ο «Καρύδας» μου είχε μιλήσει γι’ αυτό το θέμα εκείνο το καλοκαίρι, στο μυαλό μου συνέβη μία αποκάλυψη, μία επιφοίτηση. «Οι σχέσεις πεθαίνουν Μαράκι». Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο συνειδητοποιούσα πόσο δίκιο είχε. Άρχισα να φέρνω στο μυαλό μου παραδείγματα από φίλους και γνωστούς, χωρίς να χρειαστεί να πάω και πολύ μακριά. Μετά πέρασε ο καιρός και ξεχάστηκα κι επιτέλους σταμάτησα να βασανίζω το μυαλό μου, μέχρι που διάβασα αυτό το βιβλίο πρόσφατα, το οποίο επιβεβαίωνε μέσω των τραγικών γεγονότων που περιέγραφε, το παραπάνω «αξίωμα». Ξανάρχισα, λοιπόν, ν’ αναρωτιέμαι, αυτή τη φορά με μία θέληση να ξορκίσω το κακό. Σκέφτηκα ότι δε μπορεί κανείς να είναι τόσο απόλυτος και άλλα σχετικά, μέχρι που έφθασα στην «κάθαρση» των αρχαίων ελληνικών τραγωδιών. Που στο άνεμο ήταν η πολυπόθητη κάθαρση στο βιβλίο που διάβασα; Δεν την βρήκα. Πριν τη διαμόρφωση της «σύγχρονης» ηθικής, τότε πέθαιναν οι σχέσεις ή είναι κι αυτό ένα δημιούργημα της πατριαρχίας; Κι αν οι σχέσεις πεθαίνουν, άρα βρισκόμαστε σ’ έναν ατέρμονο κύκλο δημιουργίας νέων σχέσεων όταν οι προηγούμενες θα έχουν πεθάνει; Α, ρε Μαρία, μας έμπλεξες καλοκαιριάτικα με το βιβλίο σου!


(Μαρία Πετρίτση, "Όλα λάθος")

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Η Χάνα

25 Ιουνίου 2012
     Σήμερα χρειάστηκε να έρθω στην πόλη με το παλιό μου παπάκι, τη Χάνα. Όνομα που της έδωσε η νονά της η Έλλη, από το μηχανάρα-μηχάνα-χάνα. Ένα Yamaha Town Mate 50 κυβικών, με τρεις ταχύτητες, μοντέλο δεκαετίας ’80! Μ’ αυτό το παπάκι πηγαινοερχόμουν καθημερινά στο σχολείο και μ’ αυτό είχαμε μείνει με τη Μάλαμα στην ανηφόρα του Κοντογυαλού κι είχε έρθει ο Σταμάτης με το φορτηγάκι και Χριστοπαναγίες να μας «μαζέψει». Όταν πήρα το επόμενο μηχανάκι, τη Χάνα τη δώρισα στο Σταμάτη να τη χρησιμοποιεί και τη φυλάει ως κόρην οφθαλμού, αφού είχα δεθεί συναισθηματικά μαζί της (αν και ο ίδιος μου την είχε δωρίσει παλιότερα, ενώ την είχε αποκτήσει ως αντάλλαγμα σε είδος, αντί χρηματικής αμοιβής, για μία περγουλιά που είχε φτιάξει). 

     Ξύπνησα, λοιπόν, πρωί-πρωί, γιατί είχα την είχα πάρει από φόβο. Είχα καιρό να την οδηγήσω και όσο να πεις, είναι και μίας κάποιας ηλικίας! Σηκώθηκα νωρίς για να ξεκινήσω νωρίς κλπ κλπ που λέει και ο Λουκιανός και ω! εκ του θαύματος, ήταν μία από τις ωραιότερές μου διαδρομές! Συνειδητοποίησα τα πολλά πλεονεκτήματά της και προσπαθούσα να τα βάλω σε σειρά για να τα γράψω εδώ. Πρώτον! Για την απόσταση των 15 χλμ που διανύω και με τελική τα 55 χλμ/ώρα που πιάνει το παπί, έκανα την ίδια ώρα να φθάσω, όπως και με το σκουτεράκι που πάω με 70. Με τα 55 αισθάνεσαι σαν να πηγαίνεις βόλτα, κι όχι στη δουλειά, αφού πηγαίνεις αρκετά αργά ώστε να προλαβαίνεις ν’ απολαύσεις το ωραιότατο τοπίο και το δροσερό πρωινό. Δεν τσιτώνεσαι για να προλάβεις, ή για να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα επειδή πηγαίνεις σχετικά γρήγορα μ’ ένα καθόλου ασφαλές μέσο. Δεν φοβάσαι τις προσπεράσεις, αφού έχεις τέτοια ταχύτητα με την οποία σε προσπερνάνε τραγικά άνετα όλοι, οπότε δεν αποτελείς «εμπόδιο», ανταγωνιστικό στόχο ή ράλλυ κυνηγητού. Δεν ανεβάζεις αδρεναλίνη προσπαθώντας να φρενάρεις εγκαίρως για να σταματήσεις στο κόκκινο που «γαμώτο» σ’ έπιασε. Αντιθέτως, μέχρι να φθάσεις και να σταματήσεις, έχει ανάψει το πράσινο. Αισθάνεσαι απίστευτα κάλτ, βίντατζ και όλα τα σχετικά, άρα ξεχωριστός. Και τελευταίο, αλλά όχι έλασσον, έχεις ξοδέψεις περίπου 1 με 1,50 ευρώ βενζίνη στα 30 χλμ διαδρομής. Μ’ άρεσε!