Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Το πλακάκι


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό πλακάκι. Βρισκόταν τοποθετημένο σ’ ένα κεντρικό σημείο της πόλης και μαζί με τ’ άλλα πλακάκια, σχημάτιζαν ένα πεζοδρόμιο. Με τον καιρό, το πλακάκι άρχισε να χαλαρώνει από τη θέση του. Ίσως έφταιγαν τα πολλά παπούτσια που το πατούσαν καθημερινά, ίσως το μυστρί να μην το είχε κολλήσει καλά, ίσως να ήταν σαθρό το υπέδαφος, ίσως και όλα αυτά μαζί. Κάθε μέρα λάσκαρε όλο και πιο πολύ, μέχρι που μια μέρα, μια βαριά γαλότσα το πάτησε και το ξεκόλλησε εντελώς. Το πλακάκι κρεμόταν τόσο καιρό από μία κλωστή, αλλά ήλπιζε ότι θα κρατήσει. Όταν ξεκόλλησε εντελώς, πανικοβλήθηκε. Νόμιζε ότι ήρθε το τέλος του. Αργά ή γρήγορα, με νέα παπούτσια να περνάνε από ‘κει, θα έσπαγε και κάποιος ή θα το πετούσε στα σκουπίδια, ή στην καλύτερη περίπτωση, θα κατέληγε με άλλα κατεστραμμένα υλικά, για μπάζα. Ωστόσο, έμενε στη θέση του,  να «παίζει» πάνω κάτω σε κάθε πάτημα. Πέρασαν αρκετές μέρες και το πλακάκι έμενε στην ασταθή αυτή κατάσταση, αλλά στη θέση του. Μια μέρα έπιασε δυνατή βροχή. Νερό συσσωρεύτηκε κάτω από το πλακάκι, με αποτέλεσμα αυτό να γίνει κρυφή παγίδα-λακκούβα για κάθε περαστικό παπούτσι. Πολύ σύντομα, ένα παπούτσι πάτησε στο πλακάκι κι έγινε μούσκεμα. Το παπούτσι θύμωσε που ξεγελάστηκε, αλλά ούτε το καημένο το πλακάκι έφταιγε. Το παπούτσι έβαλε τις φωνές και κάλεσε το δημοτικό μυστρί να έρθει αμέσως να το φτιάξει, αφού ήταν επικίνδυνο και για άλλα παπούτσια. Μετά από όλα αυτά τα μνημόνια όμως και την οικονομική κρίση, κανένα δημοτικό μυστρί δεν ήθελε να πάει ν’ ασχοληθεί με το πλακάκι. Το παπούτσι, όμως, δεν το έβαλε κάτω. Μπορεί να είχε στεγνώσει πια απ’ το νερό της λακκούβας, όμως δεν ήθελε να συμβεί και σε κάποιον άλλο το ίδιο περιστατικό. Αποφάσισε, λοιπόν, να φέρει ένα δικό του μυστρί και να ξανακολλήσει το πλακάκι. Έτσι κι έγινε. Έφερε ένα μυστρί, λίγο τσιμέντο, αμμοχάλικο και νερό. Έφτιαξε το σωστό μείγμα και με τη βοήθεια του μυστριού, το κόλλησε. Αφού έκανε όλο αυτόν τον κόπο, ήθελε να σιγουρευτεί ότι όλα θα πάνε καλά. Έτσι, έμεινε πάνω απ’ το πλακάκι, να περιμένει να στεγνώσει το τσιμέντο και να σταθεροποιηθεί εντελώς. Όσο στέγνωνε το τσιμέντο, το πλακάκι ένιωθε όλο και πιο σίγουρο για το εαυτό του και ξανάρχισε να νιώθει ασφάλεια ανάμεσα στ’ άλλα πλακάκια. Όταν πια στέγνωσε το τσιμέντο, είχε περάσει αρκετός χρόνος, ώστε το πλακάκι να νιώθει σίγουρο και σταθερό, έτοιμο να δεχτεί νέα πατήματα από κάθε λογής παπούτσι. Όταν ήρθε η ώρα, το παπούτσι αποχαιρέτισε το πλακάκι και συνέχισε την πορεία του. Το τυχαίο αυτό περιστατικό στάθηκε αφορμή για να επιλέξει το παπούτσι τι να κάνει, να φύγει ή να μείνει και να φτιάξει το πλακάκι. Τελικά, δεν στεναχωρέθηκε για το χρόνο που ξόδεψε για να φτιάξει το πλακάκι γιατί με αυτή του τη πράξη βοήθησε σε τρεις μεριές. Βοήθησε το ίδιο το πλακάκι σταθεροποιώντας το στη σωστή του θέση, βοήθησε τ’ άλλα παπούτσια που μπορεί να περνούσαν απ’ το ίδιο σημείο, αλλά βοήθησε και τον εαυτό του, για να μη φοβάται κάθε φορά που θα διασχίζει το πεζοδρόμιο. Έτσι, απομακρύνθηκε ευχαριστημένο και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου