Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Φρανκ ΜακΚόρτ - Οι στάχτες της Άντζελα

(Στο νοσοκομείο) "Είναι σκοτάδι και ο δόκτωρ Κάμπελ κάθεται δίπλα στο κρεβάτι μου. Κρατάει τον καρπό μου και κοιτάζει το ρολόι του. Έχει κόκκινα μαλλιά και φοράει γυαλιά και όταν μου μιλάει χαμογελάει πάντα. Κάθεται εκεί και σιγοτραγουδάει και κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Τα μάτια του κλείνουν και ροχαλίζει λιγάκι. Γέρνει πάνω στην καρέκλα του και κλάνει και χαμογελάει μόνος του και τώρα ξέρω ότι θα γίνω καλά, γιατί κανείς γιατρός δεν κλάνει μπροστά σ' ένα παιδί που ψυχομαχεί."

Nancy Sinatra - Bang Bang

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Χιζίρης

Μία φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν βγάζει τελάληδες και λέει στους υπηκόους του:
- Όποιος μου βρει και μου φέρει το Χιζίρη θα του κάνω ό,τι μου ζητήσει.
Ποιος μπορούσε όμως να βρει το Χιζίρη; Γιατί ο Χιζίρης κατέβαινε στον κόσμο μόνο μία φορά το χρόνο στη γιορτή του Χιντρελέζ˙ και δεν φτάνει μόνο αυτό, μα σαν κατέβαινε παρουσιαζόταν μονάχα στους καλόψυχους ανθρώπους! Κι όποιος τον έβλεπε μπροστά του του ζητούσε ό,τι επιθυμούσε. Κι ο Χιζίρης εκτελούσε αμέσως την επιθυμία του. Πώς ήταν λοιπόν μπορετό να βρούνε το Χιζίρη μόνο και μόνο επειδή το θέλησε ο βασιλιάς…
Ένας από τους υπηκόους του βασιλιά, με μεγάλη οικογένεια, ζούσε πολύ φτωχικά. Μόλις και τα φέρνανε βόλτα˙ πολλές φορές μάλιστα πέφτανε νηστικοί στο κρεβάτι. Σαν άκουσε λοιπόν την επιθυμία του βασιλιά λέει στη γυναίκα του:
- Έτσι κι αλλιώς όλοι εδώ θα πεθάνουμε της πείνας. Θα πάω στο βασιλιά και θα του πω ότι εγώ μπορώ να βρω το Χιζίρη. Θα του ζητήσω σαράντα μέρες καιρό και πολλά λεφτά που θα φτάσουνε να ζήσετε καλά για όλη τη ζωή σας. Ύστερα από τις σαράντα μέρες…για με κρεμάσει ο βασιλιάς για με κάψει, το ίδιο μου κάνει. Φτάνει που θα ‘χετε γλιτώσει εσύ και τα παιδιά από την πείνα.
Η γυναίκα αγαπούσε πολύ τον άντρα της. Και τι δεν έκανε για να τον καταφέρει ν’ αλλάξει γνώμη. Του κάκου όμως. Ο άντρας της είχε πάρει την απόφασή του. Παρουσιάζεται λοιπόν στο βασιλιά και του λέει:
- Βασιλιά μου, εγώ θα σου βρω και θα φέρω εδώ μπροστά σου το Χιζίρη. Χρειάζομαι όμως σαράντα μέρες καιρό και αρκετά λεφτά για την οικογένειά μου.
Ο βασιλιάς δίνει διαταγές στους ανθρώπους του. Κι ο καλός μας άνθρωπος, με τα λεφτά που πήρε, έκανε προμήθειες σαράντα ολόκληρες μέρες σε τρόφιμα κι άλλα χρειαζούμενα για το σπίτι του.
Στις σαράντα πάνω ο βασιλιάς φωνάζει τον άνθρωπό μας:
- Βρήκες το Χιζίρη; τον ρωτάει.
- Όχι βασιλιά μου, του απαντάει εκείνος. Κι αν θες την αλήθεια δεν πρόκειται να τον βρω ποτέ. Σου είπα ψέματα, αφέντη μου, για να γλιτώσω την οικογένειά μου από την πείνα.
Ο βασιλιάς θύμωσε πολύ κι αποφάσισε να τον τιμωρήσει. Τι τιμωρία θα του έβαζε θα τ’ αποφάσιζε με τους βεζίρηδές του. Ρωτάει λοιπόν τον πρώτο:
- Πώς να τιμωρήσουμε τούτονε δω που τόλμησε να ξεγελάσει το βασιλιά;
- Να τον κόψουμε σε σαράντα μικρά κομματάκια και να κρεμάσουμε κάθε κομμάτι στο τσιγκέλι του χασάπη, απαντάει εκείνος.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή όμως βλέπουνε ξαφνικά μπροστά τους ένα παιδάκι που τους λέει:
- Ο καθένας με την τέχνη του.
Ο βασιλιάς, που δεν κατάλαβε τι σημαίνανε τα λόγια του παιδιού, ρωτάει το δεύτερο βεζίρη του:
- Εσύ πώς λες να τιμωρήσουμε τούτονε δω τον άνθρωπο που τόλμησε να ξεγελάσει το βασιλιά;
- Να τον γδάρουμε και να γεμίσουμε το τομάρι του με άχυρο, απαντάει ο δεύτερος.
Και το παιδάκι που παράστεκε:
- Ο καθένας με την τέχνη του, ξαναλέει.
Ο βασιλιάς όμως ρωτάει τώρα και τον τρίτο βεζίρη του:
- Εσύ τι λες;
Και ο τρίτος:
- Τι να σου πω βασιλιά μου. Η αιτία που είπε ψέματα τούτος εδώ ο ανθρωπάκος είναι η πείνα. Σαν έχεις λίγη συμπόνια και καλοσύνη μέσα σου, πρέπει να τον συγχωρέσεις.
Και το παιδάκι:
- Ο καθένας με την τέχνη του, ξαναλέει.
Ο βασιλιάς τούτη τη φορά δεν άντεξε:
- Ποιος είσαι συ; Από πού ξεφύτρωσες; το ρωτάει. Όλο «ο καθένας με την τέχνη του» μας κοπανάς. Τι θες να πεις λοιπόν;
Τότε το παιδάκι αρχίζει και λέει:
- Θέλω να πω, βασιλιά μου, πως ο πρώτος σου βεζίρης, πριν τον πάρεις στην υπηρεσία σου, ήτανε χασάπης. Ζήτησε λοιπόν τιμωρία κατά την τέχνη του. Κι ο δεύτερος, πριν γίνει βεζίρης σου, ήτανε παπλωματάς. Κι αυτός ζήτησε τιμωρία κατά την τέχνη του. Ο τρίτος, όμως, πριν γίνει βεζίρης σου, ήτανε δούλος και ξέρει πολύ καλά τι θα πει φτώχεια, τι θα πει πείνα. Γι’ αυτό ζήτησε να συγχωρέσεις των ανθρωπάκο. Αν θες τώρα να μάθεις για μένα, είμαι ο Χιζίρης που ζητούσες˙ που παρουσιάζομαι μόνο στους καλούς ανθρώπους. Εδώ βέβαια δεν ήρθα για σένα και τους δύο βεζίρηδές σου, μα γι’ αυτόν το φτωχό άνθρωπο και τον τρίτο βεζίρη σου. Άφησε λοιπόν ελεύθερο τον ανθρωπάκο˙ όπως σου ‘χε υποσχεθεί μ’ έφερε εδώ, μπροστά σου.
Κι ο Χιζίρης, σαν να ‘ταν σίγουρος ότι ο βασιλιάς δεν θα τολμήσει να πειράξει τον άνθρωπό μας και τον τρίτο βεζίρη του, ξεμάκρυνε απ’ το παλάτι κουνώντας χαρούμενα τα χέρια του.


Ναζίμ Χικμέτ

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Muriel Barbery - Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου

«Πώς περνάει η ζωή; Προσπαθούμε γενναία, μέρα με τη μέρα, να ερμηνεύσουμε το ρόλο μας σε τούτη την κωμωδία φάντασμα. Σαν εξελιγμένα θηλαστικά που είμαστε, η ουσία της δραστηριότητάς μας συνίσταται στη διατήρηση και τη διαφύλαξη του ζωτικού μας χώρου κατά τρόπο που να μας προστατεύει και να μας ενθαρρύνει, στην αναρρίχηση ή τουλάχιστον στη μη κατάβαση στην ιεραρχική κλίμακα της φυλής και στη με κάθε δυνατό τρόπο συνουσία, ακόμη και με τη φαντασίωση, με σκοπό τόσο την απόλαυση όσο και τους επαγγελλόμενους απογόνους. Έτσι, χρησιμοποιούμε ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέρος της ενέργειάς μας για να φοβερίσουμε ή να γοητεύσουμε, τις δύο στρατηγικές που εξασφαλίζουν αφ’ εαυτές την εδαφική, ιεραρχική και σεξουαλική αναζήτηση η οποία διαπνέει το conatus μας. Μα τίποτα απ’ όλα αυτά δε φτάνει στη συνείδησή μας. […] 
Μερικές φορές, όμως, η ζωή μας μοιάζει με κωμωδία φάντασμα. Σαν να βγήκαμε από κάποιο όνειρο, βλέπουμε τον εαυτό μας να δρα και, παγωμένοι καθώς διαπιστώνουμε τη ζωτική ανάλωση που απαιτεί η ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών μας, επιζητούμε κατάπληκτοι ό,τι ανήκει στη σφαίρα της Τέχνης. Η παραφορά των μορφασμών και των βλεμμάτων μας μάς φαίνεται ξαφνικά ως το αποκορύφωμα της ασημαντότητας, η πουπουλένια φωλίτσα μας, καρπός εικοσαετούς δανεισμού, ένα μάταιο βάρβαρο έθιμο, και η τόσο επίπονα κατακτηθείσα και αιωνίως εφήμερη θέση μας στην κοινωνική κλίμακα, μια αδρή ματαιοδοξία. Όσο για την απόκτηση απογόνων, την παρακολουθούμε με μια καινούρια, τρομαγμένη ματιά γιατί, χωρίς το μανδύα του αλτρουισμού, η πράξη της αναπαραγωγής φαίνεται ουσιαστικά άτοπη. Μένουν μόνο οι σεξουαλικές ηδονές, αλλά, παρασυρμένες από το ποτάμι της αρχέγονης αθλιότητας, κλυδωνίζονται κι αυτές, αφού η άσκηση του σώματος χωρίς αγάπη δεν εντάσσεται στο πλαίσιο των καλά εμπεδωμένων μαθημάτων μας. 
Η αιωνιότητα μας διαφεύγει. 
Εκείνες τις μέρες, στις οποίες στο βωμό της βαθύτερης φύσης μας θυσιάζονται όλες οι ρομαντικές, πολιτικές, πνευματικές, μεταφυσικές και ηθικές δοξασίες, που χρόνια ολόκληρα εκπαίδευσης και μόρφωσης επιχείρησαν να μας μεταδώσουν, η κοινωνία, ζωτικό πεδίο που διαπερνάται από τεράστια ιεραρχικά κύματα, βυθίζεται στο ναδίρ του νοήματος. […] 
Εκείνες τις μέρες, χρειάζεσαι απελπισμένα την Τέχνη. Ευελπιστείς διακαώς να επανασυνδεθείς με την πνευματική σου ψευδαίσθηση, επιθυμείς παθιασμένα κάτι που θα σε σώσει από το βιολογικό πεπρωμένο ώστε να μην εκδιωχθούν από τούτον τον κόσμο η ποίηση και το μεγαλείο.»